LANCHA

LANCHA= ΠΡΧ ΛΑΝΤΣΑ, ΑΚΑΤΟΣ, ΛΕΜΒΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lancha 1. θ, λάντσα

2. άκατος, λέμβος

3. σνθ, lancha de desembarco, αποβατικό σκάφος

lancha patrullera, άκατος περιπολίας

lancha remolcadora, ρυμουλκό σκάφος

lancha fuera borda, εξω-λέμβιος

lancha motora, rápida, βενζιν-άκατος, μηχανοκίνητη άκατος

lancha neumática, φουσκωτή λέμβος, φουσκωτό

lancha salvavidas, σωσίβια λέμβος

lancha torpedera, τορπιλ-άκατος

lancha bombardero, cañonera, obusera, κανονιοφόρος

lanchada 1. θ, φορτίο λάντσας μικρό ή μεγάλο

lanchaje 1. α, μεταφορά φορτίου με λάντσες

2. ναύλος μεταφοράς φορτίου με λάντσες

lanchero 1. α, οδηγός λάντσας= λεμβούχος

2. βαρκάρης, βαρκάρισσα

lanchón 1. α, μεγάλη άκατος

2. μικρή λέμβος

Scroll to Top