LAMER

LAMER= ΠΡΧ Γ-ΛΥΜΜΕΝΟ> ΓΛΥΦΩ, ΓΛΕΙΦΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

lamprea 1. θ, ζωλ, λάμπρενα

lamprehuela 1. θ, ζωλ, μικρολάμπρενα

lampreílla 1. θ, ζωλ, μικρολάμπρενα

lamprear 1. ρμ, μαγ, ψήνω κρέας και μετά το μαγειρεύω με κρασί ή νερό και μπαχαρικά,

σαν ψήσιμο λάμπρενας

lampreazo 1. α, οικ, σαν λάμπρενα το μαστίγιο= χτύπημα με μαστίγιο, βουρδουλιά,

καμτσικιά

lamer 1. ρμ, πρχ λαμερ> γ-λυμμένο> γλύφω= γλείφω, el perro lamía la mano de su amo

ο σκύλος έγλυφε το χέρι του αφεντικού του

2. μτφ, λγτ, las olas lamían la arena de la playa, τα κύματα έγλυφαν την άμμο της παραλίας

3. ραντ, γλείφομαι, los gatos se lamen, οι γάτες γλείφονται

lamedura 1. θ, γλείψιμο

lamedor, ra 1. ε, α θ, που γλείφει, γλείφτης, γλείφτρα

lamedor 1. α, μτφ, σιρόπι

2. μτφ, καλά λόγια για να απαλύνουμε μια κακή είδηση ή δυσαρέσκεια

lamido, da 1. ε, μτφ, για άτομο, σαν γλυμμένος ή πρχ σαν λαμα-ρίνα= αδύνατος, -η, -o, ισχνός, -ή, -ó, tras el régimen para adelgazar, se ha quedado lamida,

μετά την δίαιτα για να αδυνατίσει, έχει μείνει γλυμμένη> λαμαρίνα, ισχνή

rostro, cuerpo lamido, αδύνατο πρόσωπο, ισχνό κορμί

2. μτφ, πρχ σαν λαμέ ύφασμα= περιποιημένος, -η, -o,

¿adonde vas tan lamido? πού πας έτσι περιποιημένος;

3. για στυλ, πολύ προσεγμένος, -η, -ο, επιμελημένος, -η, -o,

una sintaxis muy lamida, μια πολύ επιμελημένη σύνταξη

4. μτφ, σαν γλυμμένο= εφαρμοστός, -ή, -ό, ese vestido te queda lamido,

αυτό το φόρεμα σου κάθεται εφαρμοστό

5. μτφ, πρχ λαμιδο> λιωμένος, -η, -ο φθαρμένος, -η, -ο, τριμμένος, -η, -o,

una chaqueta con los codos lamidos, ένα σακάκι με λιωμένους αγκώνες

lamiscar 1. ρμ, οικ, γλείφω λαίμαργα

lameculos 1. α θ, οικ, υτμ, κωλογλείφτης, -α

lameplatos 1. α θ, γλείφει-πιάτα= φαγάς, φαγού, λιχούδης, λιχούδα

2. οικ, που δεν έχει να φάει, πεινάλας, -λα

lamerón, ona 1. ε, α θ, που τρώει πολλά γλυκά, λιχούδης, -α, -ικο, λιχούδης, λιχούδα

2. λαίμαργος, -η, -ο, φαγάς, φαγού

3. μτφ, γλείφτης, -α, κόλακας

lametear 1. ρμ, γλείφω επανειλημμένα, El perro me lameteó la cara,

Ο σκύλος μου έγλειψε το πρόσωπο

lameteo 1. α, οικ, γλείψιμο

lametón 1. α, γλείψιμο

relamer 1. ρμ, πρχ περι-γλύφω κάτι= ξανα-γλύφω, γλύφω πολλές φορές,

estuvo relamiendo el polo toda la tarde,

καθόταν και έγλυφε το ξυλάκι γρανίτα όλο το απόγευμα

2. ραντ, περι-γλείφομαι, για άτομο, ζώο, relamerse los labios, γλείφω τα χείλη μου

3. μτφ, ξερο-γλείφομαι, se relamía con los recuerdos de aquel viaje,

ξερογλυφόταν με τις αναμνήσεις από εκείνο το ταξίδι,

se relame pensando en los beneficios, ξερογλύφεται σκεπτόμενος τα κέρδη

4. μτφ, οικ, περιποιούμαι, καλλωπίζομαι, se relamió para intentar conquistarla,

καλλωπίστηκε για να προσπαθήσει να την κατακτήσει

5. μτφ, περηφανεύομαι πολύ για ό, τι πέτυχα, σαν να γλύφομαι μπροστά στους άλλους,

después del premio, se relamía de su éxito hasta ponerse insoportable

μετά το βραβείο, περηφανευόταν για την επιτυχία του μέχρι που έγινε ανυπόφορος

relamido, da 1. ε, πρχ περι-γλυμμένος σε εμφάνιση= πολύ περιποιημένος, -η, -ο, προσποιητός, -ή, -ó, επιτηδευμένος, -η, -o, ¡qué chico tan relamido, parece un maniquí!,

τι αγόρι τόσο περιποιημένο, μοιάζει με κούκλα!

Scroll to Top