LAMENTO= ΠΡΧ ΛΑΜΕΝΤΟ> Κ-ΛΑΜΑΤΑ, ΠΡΧ ΛΑΛΗΜΑ ΠΟΝΟΥ, ΛΥΠΗΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alalia 1. θ, ιατ, αλαλία, αφασία
dislalia 1. θ, ιατ, δυσλαλία
ladra 1. θ, πρχ λαλιά σκύλου= γαύγισμα
ladrador, ra 1. ε, λαλητήρ= γαυγιστικός, -ή, -ό, που γαυγίζει
ladrar 1. ρα, για σκύλο, γαυγίζω, γαβγίζω, Tango ladra cuando escucha a otro perro,
Ο Τάνγκο γαβγίζει όταν ακούει έναν άλλο σκύλο
2. για κουτάβι, αλυχτώ
3. οικ, μτφ, για άτομο, γαυγίζω, ωρύομαι, φωνασκώ, λέω άσχημα λόγια σε κάποιον,
cuando se enfurece, me ladra toda clase de improperios,
όταν θυμώνει, μου λέει κάθε τύπο από παλιόλογα
κάνω κάτι κραυγάζοντας, γαβγίζω, φωνάζω, se pasa el día ladrando órdenes,
περνάει όλη την μέρα φωνάζοντας διαταγές
ή φωνάζει απειλώντας χωρίς να κάνει τίποτα
4. εκφ, está que ladra, οικ, μτφ, γαυγίζει από θυμό
ladrido 1. α, γαύγισμα σκύλου
2. αλύχτημα κουταβιού
3. οικ, μτφ, για άτομο, γαύγισμα, κραυγή, ουρλιαχτό, φωνασκία για κάτι,
Al oír el ladrido del sargento, todos los soldados se pusieron en posición de firmes,
Ακούγοντας το γάβγισμα του λοχία, όλοι οι στρατιώτες στάθηκαν σε θέση προσοχής
ή απειλή χωρίς να γίνει
4. εκφ, dar ladridos, γαυγίζω για σκύλο
μτφ, για άτομο, κραυγάζω, ωρύομαι, φωνασκώ
lamento πρχ λάλημα λόγω πόνου φυσικού, ψυχικού ή πρχ λαμεντο> κ-λάματα
1. α, λάλημα, στεναγμός, κλάμα, durante su enfermedad no se le oyó ni un solo lamento,
κατά την διάρκεια της αρρώστιας του δεν ακούστηκε να βγάζει ούτε ενα άχ, στεναγμό
Era terrible escuchar los lamentos de la familia en el funeral,
Ήταν τρομερό να ακούς τα κλάματα της οικογένειας στην κηδεία
2. θρήνος, λύπη για κάτι, El poema es un lamento a la infancia perdida,
Το ποίημα είναι ένας θρήνος για την χαμένη παιδική ηλικία
3. παράπονο, no quiero escuchar tus lamentos, δεν θέλω να ακούσω τα παράπονα σου
lamentación 1. θ, στεναγμός για πόνο, λύπη, θρήνος, κλάματα για κάτι,
déjate de lamentaciones y busca una solución, άσε τα κλάματα και ψάξε μια λύση
ponte a estudiar, que si no después vendrán las lamentaciones,
κάτσε να διαβάσεις, αλλιώς μετά θα έρθουν τα κλάματα
2. παράπονο
3. θρη, θρήνος του Ιερεμία
lamentar πρχ βγάζω κ-λάματα, λάλημα λύπης, πόνου, στεναγμού για κάτι,
πρχ λαμενταρ> λυ(πα)μαι
1. ρμ, λυπάμαι για κάτι, lamento haber llegado tarde, λυπάμαι που έχω φτάσει αργά,
Lamentamos el fallecimiento de su padre, Λυπούμαστε για τον θάνατο του πατέρα σας
2. θρηνώ για κάτι, tuvimos que lamentar muchas pérdidas,
θρηνήσαμε πολλές απώλειες
3. ραντ, λυπούμαι, μετανιώνω, Lamento no haber ido a ver a mi abuela antes de su muerte
Μετανιώνω που δεν πήγα να δω τη γιαγιά μου πριν πεθάνει
ya es tarde para lamentarse, πλέον είναι αργά για να λυπάσαι, για λύπες
4. βγάζω λαλήματα= παραπονιέμαι, está todo el día lamentándose, pero no hace nada,
είναι όλη την ημέρα να παραπονιέται, αλλα δεν κάνει τίποτα
5. εκφ, es de lamentar que, είναι για κ-λάματα= είναι λυπηρό, θλιβερό ότι
lamentamos comunicarle… με λύπη μας σάς πληροφορούμε ότι….
lamentable 1. ε, που προκαλεί κλάματα= θλιβερός, -ή, -ó, λυπηρός, -ή, -ó,
fue una pérdida lamentable, ήταν μια θλιβερή απώλεια
2. μτφ, που είναι για κλάματα, άθλιος, -α, -ο, αξιοθρήνητος, -η, -ο, θλιβερός, -ή, -ό,
οικτρός, -ή, -ó, se presentó en un estado lamentable,
παρουσιάστηκε σε μια κατάσταση αθλία
lamentoso, sa 1. ε, που δείχνει λάλημα πόνου, λύπης, θρηνητικός, -ή, -ó, λυπητερός, -ή, -ό,
nos hablaba llorando y con un tono lamentoso, μας μίλαγε κλαίγοντας και με τόνο λυπητερό
2. παραπονετικός, -ή, -ό, παραπονιάρικος, -η, -ο, voz lamentosa, παραπονιάρικη φωνή
3. μτφ, για κλάματα, άθλιος, -α, -ο, αξιοθρήνητος, -η, -o, situación lamentosa,
αξιοθρήνητη κατάσταση
lamentablemente 1. επρ, δυστυχώς, ατυχώς, Lamentablemente, su estado es muy grave,
Δυστυχώς, η κατάσταση του είναι σοβαρή