JUBILEO= ΠΡΧ ΙΩΒΗΛΑΙΟ, ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jubileo 1. α, θρη, πρχ ιωβηλαίο
2. οικ, μτφ, πηγαινέλα κόσμου, νταβαντούρι, κοσμοσυρροή,
este supermercado es un jubileo constante,
αυτό το σούπερ μάρκετ είναι ένα νταβαντούρι συνεχές
jubilar 1. ε, θρη, ιωβιλαίος, -α, -o, año jubilar, ιωβιλαίο έτος
jubilar 1. ρμ, δίνω ιωβηλαίο σε κάποιον= συνταξιοδοτώ,
lo jubilaron con 60 años, τον συνταξιοδότησαν με 60 χρόνια
2. οικ, μτφ, αποσύρω, jubilar un coche viejo, αποσύρω ένα αμάξι παλιό
ή παρατώ, No sé por qué Pilar jubiló a su novio, es tan guapo y tan trabajador,
Δεν ξέρω γιατί η Πιλάρ παράτησε τον φίλο της, είναι τόσο όμορφος και τόσο εργατικός
3. ρα, ραντ, έχω χαρά σαν ιωβηλαίο ή πρχ χουβιλαρ> έχω χαβαλέ ψυχικό= αγαλλιάζω, χαίρομαι, todos se jubilaron al saber que irían de excursión,
Όλοι χάρηκαν όταν έμαθαν ότι θα πήγαιναν εκδρομή
jubilación 1. θ, συνταξιοδότηση, σύνταξη
2. απόσυρση σε κάτι
3. χαβαλές ψυχικός= αγαλλίαση, χαρά
4. σνθ, jubilación anticipada, forzosa, voluntaria, por invalidez,
πρόωρη, υποχρεωτική, εθελούσια έξοδος, λόγω αναπηρίας συνταξιοδότηση
jubilado, da 1. ε, α θ, συνταξιοδοτικός, -ή, -ό, συνταξιούχος
prejubilar 1. ρμ, (προ)συνταξιοδοτώ πρόωρα
2. ραντ, συνταξιοδοτούμαι πρόωρα
prejubilación 1. θ, πρόωρη συνταξιοδότηση
prejubilado, da 1. α θ, πρόωρα συνταξιοδοτημένος, -η
júbilo 1. α, πρχ χαβαλές ψυχικός= αγαλλίαση, χαρά, El palacio real se llenó de júbilo con el nacimiento del heredero, Το βασιλικό παλάτι γέμισε με χαρά με τη γέννηση του διαδόχου
2. εκφ, mostrar júbilo, δείχνω χαρά
no caber en sí de júbilo, δεν χωρά στον εαυτό του απο χαρά= ξεχειλίζω από χαρά
jubiloso, sa 1. ε, χαρούμενος, -η, -o, αγαλλιάζων, -ουσα, -ον
jubilosamente 1. επρ, χαρούμενα, με αγαλλίαση