JUBÓN

JUBÓN= ΠΡΧ ΚΟ(ΛΟ)ΒΙΟ, ΠΡΧ ΣΑ ΚΥΒΟΝ ΕΝΔΥΜΑ, ΘΩΡΑΚΑΣ

jubón 1. α, περιστήθιο

2. ιστ, κολόβιο, σωκάρδι

jubete 1. α, σιδερόπλεκτος θώρακας

jubetero 1. α, ιστ, κατασκευαστής διχτυωτής πανοπλίας

Scroll to Top