JAQUECA= ΠΡΧ ΧΑ-ΚΕΚΑ> ΕΧΩ-ΚΡΑΚ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ> ΗΜΙΚΡΑΝΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jaqueca 1. θ, πρχ εχω-κρακ στο κεφάλι= ημικρανία, tengo una jaqueca horrible,
έχω μια τρομερή ημικρανία
2. οικ, μτφ, εχω-κρακ νεύρων= εκνευρισμός, σπάσιμο, ¡qué jaqueca hacer esto!
τι σπάσιμο να το κάνεις αυτό!
¡qué tío jaqueca! αυτός ο τύπος είναι πολύ σπαστικός!
3. εκφ, dar jaqueca a alguien, οικ, μτφ, δίνω ζαλάδα σε κάποιον, ζαλίζω με τη φλυαρία
tener jaqueca, έχω ημικρανία
jaquecoso, sa 1. ε, οικ, που κρακάρει τα νεύρα σου= εκνευριστικός, -ή, -ό, σπαστικός, -ή, -ό, κουραστικός, -ή, -ό, ζαλάδας, me perseguía con una jaquecosa insistencia,
Με κυνηγούσε με μια εκνευριστική επιμονή