JARA

JARA= ΠΡΧ Χ-ΑΡΑ> Δ-ΟΡΥ

jara 1. θ, όπλο ακόντιο

2. βοτ, κίστος, είδος αγκαθωτού θάμνου

jaral 1. α, μέρος με κιστούς

2. λόχμη

3. μτφ, σα μέρος με κιστούς= κάτι μπερδεμένο, κυκεώνας, σύμφυρμα

Scroll to Top