JAQUE= ΠΡΧ Σ-ΚΑΚΙ, ΣΑΧ, ΠΡΧ ΣΑΧΗΣ> ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΠΡΧ ΧΑΚΑΡΩ, ΠΡΧ ΤΣΕΚ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cheque 1. α, πρχ τσεκ, επιταγή, aquí permiten pagar con cheque,
εδώ οι επιταγές γίνονται δεκτές,
talonario de cheques, μπλοκ επιταγών
2. σνθ, cheque al portador, επιταγή εις τον κομιστή
cheque barrado, cruzado, δίγραμμη επιταγή
cheque de gasolina, κουπόνι βενζίνης
cheque de ventanilla, τραπεζική επιταγή
cheque de viaje, de viajero, ταξιδιωτική επιταγή
cheque en blanco, λευκή τραπεζική επιταγή ή μτφ, λευκή επιταγή= ελευθερία κινήσεων
nos dio un cheque en blanco en las negociaciones,
μας εξουσιοδότησε εν λευκώ για τις διαπραγματεύσεις
cheque gourmet, κουπόνι εστιατορίου
cheque nominal, nominativo επιταγή εις διαταγήν
cheque restaurante, regalo, κουπόνι εστιατορίου, δωρο-επιταγή
cheque sin fondos, ακάλυπτη επιταγή, χωρίς αντίκρισμα
3. εκφ, cobrar un cheque, εξαργυρώνω μια επιταγή
extender un cheque, εκδίδω επιταγή
chequear πρχ τσεκάρω
1. ρμ, τσεκάρω για πράγμα, εξετάζω, ελέγχω, chequearon las cuentas de la empresa,
έλεγξαν τους λογαριασμούς της εταιρίας
2. για ασθενή, κάνω τσεκάπ σε κάποιον, el doctor chequeó al paciente,
o γιατρός έκανε τσεκάπ στον ασθενή
3. πλφ, τσεκάρω, ελέγχω, el informático chequeó el programa,
o μηχανικός υπολογιστών έλεγξε το πρόγραμμα
chequeo 1. α, τσεκάπ ιατρικό
2. τσεκάρισμα σε κάτι, έλεγχος, εξέταση, επαλήθευση
chequera 1. θ, πρχ τσεκ-ιερα= μπλοκ επιταγών
2. πορτοφόλι για επιταγές
escaque πρχ σκάκι
1. α, τετραγωνίδιο σκακιέρας
2. ερλ, τετραγωνίδιο μετά από διαίρεση του θυρεού σε επιμέρους τμήματα
escaques 1. α πλ, πρχ σκάκι
escaqueado, da 1. ε, πρχ σκακάτο= για έργο, κέντημα, με τετραγωνίδια,
friso escaqueado, διάζωμα, ζωφόρος με τετράγωνα πλακίδια
2. ερλ, αβακωτός, -ή, -ό
escaquearse 1. ραντ, μτφ, οικ, πρχ σκάω, την κάνω από δουλειά, αγγαρεία
ή σκα-πουλάρω, αποφεύγω δουλειά, υποχρέωση, en el trabajo no para de escaquearse,
στη δουλειά όλο την σκαπουλάρει,
cada vez que le toca fregar los cacharros se escaquea,
κάθε φορά που του τυχαίνει να πλύνει τα κατσαρολικά την κάνει
2. escaquearse de, οικ, μτφ, αποφεύγω τεχνηέντως σαν να παίζω σκάκι, σκαπουλάρω, γλιτώνω, nos escaqueamos de la conferencia, την κάναμε από τη διάλεξη
escaqueo 1. α, οικ, μτφ, σκάσιμο από κάτι, σκαπουλάρισμα, αποφυγή
jaque πρχ σαχ ή χακά-ρισμα στον βασιλιά στο σκάκι
1. α, σαχ, ρουά στο σκάκι
2. σνθ, jaque al rey, ρουά
jaque mate, ρουά ματ
3. εκφ, dar jaque, δίνω σαχ= απειλώ με ματ
dar jaque mate, κάνω ρουά ματ
estar en jaque, είμαι σε κίνηση ματ
tener en jaque a alguien, θέτω κάποιον υπό απειλή
traer en jaque a alguien, ταλαιπωρώ κάποιον, του βγάζω το λάδι
jaque 1. επφ, ουστ
jaquear 1. ρμ, απειλώ τον σάχη> βασιλιά στο σκάκι
2. μτφ, για εχθρό, παρενοχλώ, Los partisanos están jaqueando a las fuerzas de ocupación,
Οι παρτιζάνοι παρενοχλούν τις δυνάμεις κατοχής
3. πλφ, πρχ χακάρω, πειρατεύω
jaquelado, da πρχ σκακι-λατο
1. ε, για πέτρα, κομμένος, -η, -ο σε έδρες
2. ερλ, αβακωτός, -ή, -ό
jácara πρχ χάχας= αστείο
1. θ, έμμετρο διήγημα, σατιρικό ποίημα
2. λαϊκός χορός και μουσική με απαγγελία σατιρικών ποιημάτων, Jácaras
3. οικ, μτφ, ψευτιά, παραμύθι, sus jácaras no se las cree ni él,
τα παραμύθια του δεν τα πιστεύει ούτε ο ίδιος
4. οικ, μτφ, μπελάς, esto nos trae muchas jácaras,
αυτό μας φέρνει πολλούς μπελάδες.
5. εκφ, contar jácaras, οικ, λέω ιστορίες
no estar para jácaras, οικ, δεν έχω όρεξη για αστεία, για πλάκα
jacarear 1. ρα, τραγουδώ jácaras
2. οικ, μτφ, περπατώ στους δρόμους με παρέα τραγουδώντας
3. οικ, μτφ, κάνω σαματά, φασαρία
jacarandoso, sa 1. ε, οικ, πρχ χα-χαρώδης= χαρωπός, -ή, -ó, ξέγνοιαστος, -η, -o
carácter jacarandoso, χαρακτήρας ξέγνοιαστος
jacarero, ra πρχ χαχαρ-άρης> που δίνει χαρά με τα αστεία
1. α θ, τραγουδιστής, -ια των jácaras
2. οικ, μτφ, προσωποποίηση της χαράς, χαρωπός, -ή, πρόσχαρος, -η, χωρατατζής, -ού,
καλαμπουρτζής, -ού, ¡menudo Jacarero, tu primo! o ξάδεφος σου, τι καλαμπουρτζής!