JALMA= ΠΡΧ ΣΑΜΑΡΙ, ΠΡΧ ΣΟΜΙΕ> ΣΑΝ ΣΑΜΑΡΙ, ΠΡΧ ΣΟΜΕΛΙΕ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
jalma 1. θ, σαμάρι
sobrejalma, sobrenjalma 1. θ, πρχ υπερ-σαμάρι= κάλυμμα πάνω από το σαμάρι
salmer 1. α, ατκ, σαν σαμάρι> πέτρα από την οποία ξεκινά μια αψίδα
enjalma 1. θ, σαμάρι
enjalmar 1. ρμ, σαμαρώνω, José enjalmó a los bueyes, Ο Ιωσήφ σαμάρωσε τα βόδια
desenjalmar 1. ρμ, ξε-σαμαρώνω
ensalmar 1. ρμ, μτφ, σαμαρώνω τα οστά= επανατοποθετώ εξαρθρωμένα οστά,
Mantén el brazo inmóvil hasta que el doctor venga para ensalmarlo,
Κρατήστε το χέρι σας ακίνητο μέχρι να έρθει ο γιατρός να το επανατοποθετήσει
ensalmador, ra 1. α θ, εμπειρικός θεραπευτής καταγμάτων
somier 1. α, σομιέ, σομιές
2. σνθ, somier de láminas, σομιέ με σανίδες
sumiller 1. α θ, οινοχόος, σομελιέ σε ρεστοράν, ξενοδοχείο, sumiller en restaurante, hotel
2. αρχιθαλαμηπόλος παλατιού, sumiller en palacio
sumillería 1. θ, ειδικότητα του σομελιέ