IRRITAR

IRRITAR= ΠΡΧ ΙΡΙΤΑΡ> ΕΡΕΤΙΖΩ> ΕΡΕΘΙΖΩ ΚΑΠΟΙΟ ΜΕΡΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ,

ΜΤΦ ΕΡΕΘΙΖΩ ΚΑΠΟΙΟΝ ΨΥΧΙΚΑ> ΕΚΝΕΥΡΙΖΩ, ΠΡΧ ΟΡ(Γ)ΙΣΤΙΚΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

irritar 1. ρμ, ραντ, ερεθίζω, -ομαι σε κάποιο σημείο του σώματος, el sol te ha irritado la piel,

ο ήλιος σου έχει ερεθίσει το δέρμα,

Usar lentillas durante demasiadas horas irrita los ojos,

Να χρησιμοποιείς φακούς επαφής για πάρα πολλές ώρες ερεθίζει τα μάτια σου

2. ρμ, ραντ, μτφ, ερεθίζω ψυχικά κάποιον, εκνευρίζω, -ομαι, προκαλώ, θυμώνω

Los niños irritaron tanto al profesor, que acabó gritándoles,

Τα παιδιά εκνεύρισαν τόσο πολύ τον δάσκαλο που κατέληξε να τους φωνάξει,

se irritó mucho cuando te negaste a secundarla,

εκνευρίστηκε πολύ όταν αρνήθηκες να την σιγοντάρεις

3. ρμ, ραντ, μτφ, ερεθίζω, οξύνω τα πάθη, sus celos se irritan cuando le ve con otra mujer,

οι ζήλιες της οξύνονται όταν τον βλέπει με άλλη γυναίκα

irritación 1. θ, ερεθισμός σε κάποιο σημείο του σώματος

2. μτφ, ερεθισμός ψυχικός= εκνευρισμός

irritante 1. ε, μτφ, ερεθίζων ψυχικά κάποιον= ερεθιστικός, -ή, -ó, εκνευριστικός, -ή, -ό, προκλητικός, -ή, -ό, ενοχλητικός, -ή, -ό, comportamiento, tono irritante,

συμπεριφορά, τόνος εκνευριστικός

un ruido irritante, εκνευριστικός θόρυβος

2. ερεθιστικός, -ή, -ó για σώμα, producto irritante, ερεθιστικό προϊόν

3. ιατ, ερεθιστικός, -ή, -ό

irritado, da 1. ε, μτφ, ερεθισμένος, -η, -ο ψυχικά, εκνευρισμένος, -η, -ο

2. ερεθισμένος, -η, -ο σε κάποιο σημείο του σώματος

3. μτφ, για θάλασσα, mar, φουρτουνιασμένος, -η, -ο

irritador, ra 1. ε, irritante

irritable 1. ε, ευερέθιστος, -η, -ο, οξύθυμος, -η, -ο ευέξαπτος, -η, -ο

2. ευερέθιστος, -η, -ο σε σώμα

irritabilidad 1. θ, ευερεθιστότητα σε σώμα

2. μτφ, ευερεθιστότητα, οξυθυμία

Scroll to Top