IRA= ΠΡΧ ΟΡΓΗ, ΠΡΧ ΟΙΣΤΡΟΣ, ΠΡΧ ΙΕΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
hierático, ca 1. ε, κυρ, μτφ, ιερατικός, -ή, -ó, un gesto hierático, μια ιερατική κίνηση,
la escritura hierática, η ιερατική γραφή
hieratismo 1. α, ιερατισμός
hierofante 1. α, ιεροφάντης
hieroglífico, ca 1. ε, ιερογλυφικός, -ή, -ó
hieroglífico 1. α, ιερογλυφικό
jeroglífico, ca 1. ε, ιερογλυφικός, -ή, -ó
jeroglífico 1. α, ιερογλυφικό
2. μτφ, αίνιγμα, γρίφος
3. μτφ, δυσνότητο, σπαζοκεφαλιά, estas instrucciones son un jeroglifico,
αυτές οι οδηγίες είναι σπαζοκεφαλιά
jerarca 1. θ, θρη, ιεράρχης
2. αρχηγός οργάνωσης, εταιρίας
3. αξιωματούχος, los jerarcas del partido, οι αξιωματούχοι του κόμματος
jerarquía 1. θ, ιεραρχία, se elevó en la jerarquía ανέβηκε στην ιεραρχία
2. διαβάθμιση σε αξίωμα, βαθμό
jerárquico, ca 1. ε, ιεραρχικός, -ή, -ό
jerarquizar 1. ρμ, ιεραρχώ, una estructura muy jerarquizada,
μια πολύ ιεραρχημένη δομή
jerarquización 1. θ, ιεράρχηση, la jerarquización de prioridades,
η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων
jerónimo, ma 1. ε, α θ, Ιερωνυμιτικός, -ή, -ó, απο το Τάγμα των Ιερονυμιτών,
Ιερωνυμίτης, -ια, μέλος Τάγματος των Ιερονυμιτών
Jerusalén 1. ονο, Ιερουσαλήμ
jerosolimitano, na 1. ε, ιεροσολυμίτικος, -η, -o
2. α θ, Ιεροσολυμίτης, ισσα
estro 1. α, λγτ, οίστρος
2. κτν, περίοδος οχείας
3. ζωλ, οίστρος
estrógeno, na 1. ε, οιστρογόνος, -α, -o
estrógeno 1. α, οιστρογόνο
ira 1. θ, πρχ ιρα= οργή, θυμός, lo golpeó en un ataque de ira,
τον χτύπησε σε μια έκρηξη θυμού
2. λγτ, οργή, μανία της φύσης, la ira de los elementos, η μανία των στοιχείων της φύσης
3. εκφ, encenderse de, en ira, φουντώνω από θυμό, οργή
estar encendido en, por la ira, φουντωμένος από θυμό, οργή
ponerse rojo de ira, οικ, γίνομαι κατακόκκινος από θυμό
airar 1. ρμ, εξοργίζω, οργίζω, εκνευρίζω, le airaban sus groseros chistes,
τον εξόργιζαν τα χοντρά αστεία του
2. κινώ κάτι με βία, ταρακουνώ
3. ραντ, εξοργίζομαι, οργίζομαι, εκνευρίζομαι
airamiento 1. α, εξόργισμα, εκνευρισμός, οργή
airado, da 1. ε, οργισμένος, -η, -ο, θυμωμένος, -η, -o, gesto airado, θυμωμένη χειρονομία,
salió airada del edificio, βγήκε οργισμένη απο το κτίριο,
contestó con tono airado, απάντησε σε θυμωμένο τόνο
2. πρχ με οίστρο ερωτικό, μτφ, άσωτος, -η, -o, una vida airada, μια άσωτη ζωή
mujer de vida airada, γυναίκα με άσωτη ζωή, έκλυτο βίο
airadamente 1. επρ, θυμωμένα
iracundo, da 1, ε, για άτομο, χαρακτήρα, πρχ οργι-ώδης= οργίλος, -η, -o, οξύθυμος, -η, -o
ten cuidado con él, es un hombre iracundo, πρόσεχε με αυτόν, είναι ενα άτομο οξύθυμο
2. λγτ, για στοιχεία φύσης, μανιασμένος, -η, -o
iracundia 1. θ, λγτ, οργή
irascibilidad 1. θ, οργησι-ότητα= οξυθυμία
irascible 1. ε, οργήσιμος εύκολα= οξύθυμος, -η, -ο