ISLA

ISLA= ΠΡΧ ΙΣΛΑ> Ν-ΗΣ-Λ-ΟΣ> ΝΗΣΙ, ΠΡΧ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

insulina 1. θ, ιατ, ινσουλίνη, από τις νησίδες του Λάνγκερχανς

insulinoterapia 1. θ, ιατ, ινσουλινο-θεραπεία

insulinodependiente 1. ε, α θ, ινσουλινο-εξαρτώμενος, -η, -o

isla

1. θ, νησί, No le gustaba veranear en las islas,

Δεν του άρεσε να περνάει το καλοκαίρι στα νησιά

2. μτφ, τετράγωνο με οικίες, isla de casas, τετράγωνο ή συγκρότημα σπιτιών,

Demolerán una isla de casas para construir un parque público,

Θα κατεδαφίσουν ένα τετράγωνο με οικίες για να χτίσουν ένα δημόσιο πάρκο

3. νησίδα> Σε αεροδρόμια, σταθμούς, δημόσιους δρόμους κ.λπ., περιοχή ή ζώνη σαφώς διαχωρισμένη περιβάλλοντα χώρο, Isla de peatones, de equipajes, de información,

Νησίδα> χώρος πεζών, χώρος παραλαβής αποσκευών, χώρος πληροφοριών

4. Μια μικρή συστάδα δέντρων ή λοφίσκος που δεν βρίσκεται δίπλα σε ποτάμι

Vimos una isla de pinos en medio de la llanura,

Είδαμε μια συστάδα πεύκων στη μέση της πεδιάδας

5. σνθ, las (islas) Baleares, οι Βαλεαρίδες

las (islas) Canarias, τα Κανάρια νησιά

la isla de Creta, η Κρήτη

6. εκφ επρ, en isla, σαν σε νησί= ξεχωριστά

islario 1. α, πρχ ν-ησ-αριο = νησολόγιο, νησιωτικός χάρτης ή περιγραφή νησιού,

el geógrafo ha elaborado un excelente islario,

ο γεωγράφος έχει δημιουργήσει έναν εξαιρετικό νησιωτικό χάρτη

el capitán del buque consultó el islario,

ο καπετάνιος του πλοίου συμβουλεύτηκε το νησολόγιο

isleño, ña 1. ε, α θ, νησιωτικός, -ή, -ό, νησιώτης, -ισσα,

La vida isleña es más tranquila, Η νησιωτική ζωή είναι πιο ήρεμη

Los isleños son muy hospitalarios, Οι νησιώτες είναι πολύ φιλόξενοι

isleta 1. θ, πρχ ν-ησ-ίδα> νησίδα δρόμου, Espera en la isleta para cruzar la calle,

Περίμενε στη νησίδα για να διασχίσεις τον δρόμο

islote 1. α, πρχ ν-ησ-ίδιο= βραχονησίδα

ínsula 1. θ, νησί

insular 1. ε, α θ, νησιωτικός, -ή, -ό, νησιώτης, -ισσα

insularidad 1. θ, νησιωτικότητα, νησιωτικός χαρακτήρας, νοοτροπία,

La insularidad ha condicionado la vida y costumbre de las Islas Canarias,

Η νησιωτικότητα έχει καθορίσει τη ζωή και τα έθιμα των Καναρίων Νήσων

2. μτφ, σαν σε νησί να ζω = απομόνωση, αποτράβηγμα, μοναξιά,

la mayoría de los vecinos desean terminar con la insularidad que padecemos,

Οι περισσότεροι κάτοικοι θέλουν να τελειώσουν με την απομόνωση που υποφέρουμε

península 1. θ, πρχ πεν-ινσουλα> παρα-νησος> σαν νησί = χερσόνησος

Italia es una península, Η Ιταλία είναι μια χερσόνησος

peninsular 1. ε, χερσονικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ó με χερσόνησο,

La región peninsular está conectada con el continente por medio de un istmo,

Η χερσονική περιοχή συνδέεται με την ηπειρωτική χώρα μέσω ενός ισθμού

2. α θ, γηγενής, κάτοικος χερσονήσου

3. α θ, γηγενής, κάτοικος της Ιβηρικής Χερσονήσου

extrapeninsular 1. ε, πρχ εξω-χερσονικός, -ή, -ό, territorio extrapeninsular,

έδαφος εκτός της Ιβηρικής χερσονήσου

aislar πρχ από-νησλαρω> απο-νησώνω κάτι = απο-μονώνω κάτι, κυρ, μτφ

1. ρμ, για άτομο, μέρος, σαν να βάζω σε νησί= απομονώνω, αποκλείω,

aislar una vivienda, αποκλείω ένα σπίτι,

hemos aislado la casa, έχουμε απομονώσει το σπίτι,

aislar a un preso, απομονώνω ένα φυλακισμένο,

En la Antigüedad aislaban a los enfermos con lepra,

Στην αρχαιότητα απομόνωναν τους ανθρώπους με λέπρα

la oscuridad de la sala aísla al espectador de cualquier cosa que no sea la pantalla,

Το σκοτάδι της αίθουσας απομονώνει τον θεατή από οτιδήποτε άλλο εκτός από την οθόνη

2. ραντ, απομονώνομαι, αποκλείομαι, ante la amenaza de bomba, se ha aislado el edificio,

προ της απειλής της βόμβας, έχει αποκλειστεί το κτίριο,

aislarse de los amigos, απομονώνομαι από τους φίλους

3. ρμ, ραντ, φσκ, μονώνω, απομονώνω κάτι από ζέστη, ήχο, ηλεκτρισμό, φυσικά αίτια,

el electricista aisló los cables para evitar cortacircuitos,

Ο ηλεκτρολόγος μόνωσε τα καλώδια για να αποτρέψει βραχυκυκλώματα

Ese panel sirve para aislar la casa logrando que esté más fría en verano y más caliente en invierno, Αυτό το πάνελ χρησιμεύει για να μονώσει το σπίτι, επιτυγχάνοντας να είναι πιο δροσερό το καλοκαίρι και πιο ζεστό τον χειμώνα

4. χημ, απομονώνω, han aislado un nuevo elemento químico,

απομόνωσαν ένα νέο χημικό στοιχείο

aislamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aislar, aislarse, απομόνωση, αποκλεισμός,

el aislamiento por la tempestad, ο αποκλεισμός από την καταιγίδα

el aislamiento social, ο κοινωνικός αποκλεισμός

2. μόνωση υλικού, οικίας

3. σνθ, aislamiento acústico, ηχομόνωση

aislamiento eléctrico, ηλεκτρική μόνωση

aislamiento térmico, θερμομόνωση

aislable 1. ε, που μπορεί να απομονωθεί, μονωθεί, αποκλειστεί, απο-μονώσιμος, -η, -ο,

Un virus aislable en laboratorio, Ένας ιός που μπορεί να απομονωθεί στο εργαστήριο

aislado, da 1. ε, για μέρος, απομονωμένος, -η, -o, una villa aislada, ένα απομονωμένο χωριό ή για άτομο, vive aislado del mundo, ζει απομονωμένος από τον κόσμο

2. για γεγονός, μεμονωμένος, -η, -o, un caso aislado, μια μεμονωμένη περίπτωση

3. για υλικό, μονωμένος, -η, -ο

aislante 1. ε, μονωτικός, -ή, -ó, material aislante, μονωτικό υλικό,

El vecino es tan ruidoso que tuve que poner espuma aislante en la pared,

Ο γείτονας είναι τόσο θορυβώδης που αναγκάστηκα να βάλω μονωτικό αφρό στον τοίχο

aislante 1. α, μόνωση, antes de poner las tejas, pongamos el aislante sobre el tejado,

πριν τοποθετήσουμε τα κεραμίδια, να τοποθετήσουμε τη μόνωση στην οροφή,

2. μονωτήρας, Es importante usar un aislante de buena calidad,

Είναι σημαντικό να χρησιμοποιείτε ένα μονωτήρα καλής ποιότητας

3. σνθ, aislante acústico, ηχομόνωση

aislante eléctrico, ηλεκτρο-μόνωση

aislante térmico, θερμομόνωση

aislacionismo 1. α, πολιτική απομόνωσης, απομονωτισμός

aislacionista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον απομονωτισμό, απομονωτιστής

aisladamente 1. επρ, απομονωμένα από κάτι, μεμονωμένα, χωριστά, κατά μόνας,

No podemos analizar este dato aisladamente,

Δεν μπορούμε να αναλύσουμε αυτό το δεδομένο μεμονωμένα

Scroll to Top