IR

IR= ΠΡΧ ΙΟΝ> ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΠΟΥ ΑΓΕΙ ΦΟΡΤΙΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ= ΑΓΩ, ΠΗΓΑΙΝΩ, ΠΡΧ ΠΡΟΣ-ΙΤΟΣ, ΤΟ -ΙΤΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΩ,

ΠΡΧ ΕΙΣ-ΙΤ-ΗΡΙΟ Ή ΕΞ-ΙΤ-ΗΡΙΟ> ΤΟ ΙΤ= ΑΓΩ, ΟΔΕΥΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

anión 1. α, φσκ, ανιόν

catión 1. α, κατιόν

catiónico, ca 1. ε, κατιονικός, -ή, -ó

deionización 1. θ, απιονισμός

ion, ión 1. α, ηκλ, χημ, ιόν

iónico, ca 1. ε, χημ, ιοντικός, -ή, -ó

ionizar 1. ρμ, χημ, ιονίζω

ionización 1. θ, χημ, ιονισμός

ionizador 1. α, ιονιστής

ionómetro 1. α, χημ, ιονόμετρο

ionona 1. θ, ιονόνη

ionosfera 1. θ, ιονόσφαιρα

proemio 1. α, προοίμιο βιβλίου, πρόλογος

proemial 1. ε, προοιμιακός, -ή, -ό, προλογικός, -ή, -ό

prosélito, ta 1. α θ, προσ-ήλυτος, τη

proselitismo 1. α, προσηλυτισμός

proselitista 1. ε, προσηλυτιστικός, -ή, -ό, un discurso proselitista, μια ομιλία προσηλυτιστική

2. α θ, προσηλυτιστής, -ια

conde, sa 1. α θ, κόμης, -ισσα, κοντέσσα

condado 1. α, κομητεία

2. τίτλος του κόμη, κομητεία

condal 1. ε, κομητειακός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με την κομητεία

coito 1. α, πρχ συν-ιτος= συν-ουσία, επαφή σεξουαλική, σαν συν-αξη 2 ατόμων ερωτική,

La pareja no realizó el coito hasta su noche de bodas,

Το ζευγάρι δεν πραγματοποίησε συνουσία μέχρι τη νύχτα του γάμου τους

coital 1. ε, συνουσιακός, -ή, -ό

coítus interruptus 1. α, διακοπτόμενη συνουσία

óbito 1. α, λογ, θάνατος, αποβίωση, αποδημία, σαν απ-ιτος> απ-άγητος από τον κόσμο

El señor Paredes cambió su testamento una semana antes de su óbito,

Ο κ. Παρέδες άλλαξε τη διαθήκη του μια εβδομάδα πριν από τον θάνατό του

obituario πρχ απ-αγητήριο

1. α, βιβλίο, μητρώο νεκρών

2. σε περιοδικό, νεκρολογία

ir 1. ρήμα, πρχ ιρ> ιόν > έννοια του κινούμαι ή από προσ-ιτό= άγω προς κάπου

ρα, πάω, κινούμαι από ένα μέρος προς άλλο, για άτομο, πράγμα,

Ayer Ana y yo fuimos al cine, Χθες η Άνα κι εγώ πήγαμε σινεμά,

de Madrid a Sevilla iremos en tren, από τη Μαδρίτη στη Σεβίλλη θα πάμε με τρένο,

ya van para allá, ήδη πάνε προς τα εκεί,

este tren va a París, αυτό το τρένο πάει για Παρίσι

2. πάω σε ένα γεγονός για να το δω ή πάω σε δραστηριότητα,

vamos al estreno, πάμε στην πρεμιέρα

ir a una boda, να πάω σε έναν γάμο,

mañana iremos al teatro, αύριο θα πάμε στο θέατρο

todavía va a la facultad, es muy joven, ακόμα πάει στο πανεπιστήμιο, είναι πολύ νέος

Mi hermana va a la primaria al lado de la estación de bomberos,

Η αδερφή μου πηγαίνει στο δημοτικό σχολείο δίπλα στον πυροσβεστικό σταθμό

3. μτφ, πάει ανάμεσα σε 2 σημεία χρονικά ή χωρικά, εκτείνεται, διαρκεί,

el tramo en obras va desde mi casa hasta el cruce,

Το υπό κατασκευή τμήμα πάει, εκτείνεται από το σπίτι μου μέχρι τη διασταύρωση,

la crisis económica va desde el inicio de la guerra hasta la caída del régimen,

η οικονομική κρίση πάει από την αρχή του πολέμου μέχρι την πτώση του καθεστώτος

El festival va del primero de abril hasta el primero de mayo,

Το φεστιβάλ διαρκεί από την 1η Απριλίου έως την 1η Μαΐου

4. οικ, μτφ, πάει, λειτουργεί, el reloj va retrasado, το ρολόι πάει πίσω,

el coche nuevo va muy bien, το καινούργιο αυτοκίνητο πάει πολύ καλά

¿Cómo te van los estudios? Πώς πάνε οι σπουδές σου;

El portátil va bien, Το λάπτοπ λειτουργεί μια χαρά

5. για κάτι που πάει με άλλο= ταιριάζει, esa camisa no va con los vaqueros,

αυτή η μπλούζα δεν πάει με το τζίν

6. μτφ, πως πάω> είμαι, κινούμαι, ενεργώ, πράττω, Ir con tiento, con miedo, con cuidado,

Πάω, κινούμαι με ψηλάφηση, με φόβο, με προσοχή να κάνω κάτι,

le recomendó ir con cautela en el asunto, Τον συμβούλεψε να κινηθεί με προσοχή στο θέμα

7. που πάει κάτι, μπαίνει, Los platos van en el armario, Τα πιάτα πάνε στο ντουλάπι

8. πάω φορώντας κάτι> φοράω, Iba con botas amarillas, φόραγε κίτρινες μπότες

9. πάω εμφανισιακά> φαίνομαι, ¡Vas muy guapa! Me encanta tu vestido,

Φαίνεσαι πολύ όμορφη! Μου αρέσει πολύ το φόρεμά σου

10. πάω, είμαι, βρίσκομαι σε σειρά, vas el tercero en la lista, είσαι ο τρίτος στην λίστα

11. μτφ, απέχω, ¡Lo que va del padre al hijo!, Πόσο απέχει ο πατέρας από γιό!

12. μτφ, πρόκειται, Si por honestidad va, ¿qué cosa más honesta que la virtud?

Αν για τιμιότητα πρόκειται, τί πράγμα πιο τίμιο από την αρετή;

13. μτφ, αφορά, πέφτει λόγος, Nada te va en eso, Καθόλου δεν σε αφορά αυτό

14. μτφ, εξαρτώμαι, En el éxito le va la vida, Από την επιτυχία του εξαρτάται η ζωή

15. ραντ, απ-άγομαι από ένα μέρος, φεύγω, nos vamos, que ya es tarde

φεύγουμε, επειδή ήδη είναι αργά

16. για άτομο, μτφ, απ-άγομαι από την ζωή, φεύγω, πεθαίνω

se nos fue repentinamente, μας έφυγε ξαφνικά

17. για κάτι που φεύγει απο ρούχο, επιφάνεια, σαν λεκές

las manchas de tinta se van con limón, οι λεκέδες από μελάνι φεύγουν με λεμόνι

18. για υγρό, αέριο, που φεύγει από το δοχείο του ή για δοχείο που χάνει,

esta jarra se va por un lado, αυτή η κανάτα χάνει από μια πλευρά

19. όταν φεύγει μέρος του σώματος και γλιστράω, χάνω την ισορροπία μου

se me fue el pie y me caí, μου έφυγε το πόδι και έπεσα

20. για κάτι που φεύγει η ποιότητα, ποσότητα του= χάνεται, ξοδεύεται, καταναλώνεται,

se le va el dinero en tonterías, του φεύγει το χρήμα σε ανοησίες

21. για άτομο που φεύγει από κράτηση= αποδρώ

el ladrón se les fue de entre las manos, ο κλέφτης τους έφυγε μέσα από τα χέρια

22. με γερούντιο, -ando, -iendo, δείχνει την εξέλιξη της πράξης που γίνεται

vamos mejorando, πάμε= προχωράμε βελτιώνοντας την απόδοση μας

ή για πράξη που αρχίζει να γίνεται, είναι σε εξέλιξη, va anocheciendo,

πάει νυχτώνοντας =αρχίζει να νυχτώνει

23. με μετοχή, -ado, -ada, αναλογεί στο -μένος, van vendidos 10 libros,

πάνε ήδη= είναι πουλημένα 10 βιβλία, δείχνει πράξη τελειωμένη

ή μτφ, με ειρωνική διάθεση, vas apañado, είσαι γελασμένος

24. εκφ, ir y venir, πήγαιν’ έλα, con tanto ir y venir toda la mañana estoy agotado,

με όλο αυτό το πήγαιν’ έλα όλο το πρωί είμαι εξαντλημένος

ir a alguien con algo, έρχομαι να πω κάτι σε κάποιον,

todos le van con sus problemas, όλοι έρχονται να του πουν τα προβλήματα τους

ir bien, mal, πηγαίνω= ταιριάζει καλά, άσχημα, no te va bien esta camisa,

αυτό το πουκάμισο δεν σου πάει

ή για υγεία, πάω= είμαι καλά, άσχημα

ή για άτομο, πως πάει σε κάτι που κάνει, su negocio va mal, οι δουλειές του δεν πάνε καλά

ή για κάτι αν με βολεύει ή όχι, μπορώ, ¿te va bien el martes? σε βολεύει την Τρίτη;

ir hecho, πάω φτιαγμένος, για ντύσιμο, εμφάνιση, va siempre hecho un dandi,

πάει φτιαγμένος πάντα σαν Δάνδης= ντύνεται πάντα στην τρίχα

irle algo a alguien, οικ, του πάει κάτι σε κάποιον= κάτι μου αρέσει, είναι το φόρτε μου,

no me va la máquina, η τεχνολογία δεν είναι το φόρτε μου

ir mejor, peor, για κάτι, μου πάει, μου ταιριάζει καλύτερα, δεν μου ταιριάζει τόσο καλά

ή για υγεία, πηγαίνω καλύτερα, χειρότερα

ή για εξέλιξη σε κάτι, espero que pronto las cosas vayan mejor,

ελπίζω σύντομα να πάνε καλύτερα τα πράγματα

ή για λειτουργία σε κάτι, πάω= λειτουργώ, δουλεύω καλύτερα, χειρότερα,

ή αν με βολεύει ή όχι κάτι, me va mejor el martes, με βολεύει καλύτερα την Τρίτη

¡lo que va de ayer a hoy! πόσο απέχει το χθες με το σήμερα> οι καιροί άλλαξαν!

no me va ni me viene, δεν μου πάει ούτε μου έρχεται= δεν μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη,

ή το ίδιο μου κάνει

¡qué va! οικ, τι να πάει ή μπά αρνητικό= όχι βέβαια!, καθόλου!, μα τι λες!

¿cansado? – ¡qué va! – κουρασμένος; – α μπα, καθόλου!

¿quién va? ποιος πάει= ποιός είναι;, τις εί;

ser el no va más οικ, είμαι ο δεν πάει άλλο= σαν κι εμένα άλλος κανένας, δεν υπάρχει

sin ir más lejos, χωρίς να πάς πιο μακριά= μην πας μακριά

¡vamos, anda! πάμε, βάδισε= έλα, γρήγορα!

ή για δείγμα αμφιβολίας, έλα τώρα!, βρε άντε από κει!

vaya, πρχ βαβα= πώπω, ¡vaya susto me has dado! πώπω τρομάρα που μου έδωσες,

με κοψοχόλιασες!

voy y vengo, πάω κι έρχομαι, δεν θ’ αργήσω καθόλου

a eso voy, iba, σε αυτό πάω, πήγαινα να φτάσω= αυτό εννοούσα, ήθελα να πω

ir a dar a, πάω να δώσω παρών σε μέρος= φτάνω, καταλήγω σε μέρος,

fuimos a dar a una bonita casa, φτάσαμε σε μια όμορφη οικία

ή οδηγώ, βγάζω σε, esta calle va a dar al aeropuerto,

αυτός o δρόμος βγάζει στο αεροδρόμιο

ir a lo suyo, πάω με το δικό μου= ασχολούμαι με τα δικά μου

ir a más, πάω για παραπάνω= βελτιώνομαι

ir a menos, πάω για μείον= μειώνομαι, el precio ha ido a menos,

η τιμή μειώθηκε

ή για άτομο, μτφ, παρακμάζω, este jugador ha ido a menos, αυτός o παίκτης παρήκμασε

25. ir con, έχω ή πάω με κάτι, αυτό που λέει το ουσιαστικό,

estas camisas van con estos pantalones,

αυτά τα πουκάμισα πάνε= ταιριάζουν με αυτά τα παντελόνια

iba con camisa y corbata, πήγαινε με= φορούσε πουκάμισο και γραβάτα

για σχόλιο, υπονοούμενο, μπηχτή, mi palabra no va con él,

το σχόλιο μου δεν πάει με= αφορά αυτόν

yo voy con el Barca, εγώ πάω με την Μπάρτσα

26. ir de, πάει από= έχω ως θέμα, ¿de qué va el libro?

από πού πάει= ποιο είναι το θέμα του βιβλίου;

ή πάω νομίζοντας τον εαυτό μου ή παριστάνοντας, το παίζω, κάνω,

Ir de simpática, de víctima,το παίζω συμπαθητικός, θύμα,

va de listo, κάνει τον ξύπνιο

πηγαίνω, πάω για να κάνω κάτι, ir de compras, πηγαίνω για ψώνια

πάω με= φορώ, είμαι ντυμένος, ir de uniforme, φοράω στολή

ή πως πάει κάτι, έχει El día va hoy de sorpresas, Η μέρα σήμερα έχει όλο εκπλήξεις

ir de por sí, πάει εξ εαυτού του= είναι ολοφάνερο, αυτονόητο

27. ir en, πάει εν= πάνω, μέσα, για όχημα μετακίνησης, πηγαίνω με,

ir en avión, coche, taxi, πηγαίνω με αεροπλάνο, αμάξι, ταξί

φορώ, κυκλοφορώ με, la chicas van en bañador a todas partes,

οι κοπέλες πάνε= κυκλοφορούν παντού με μαγιό,

πάω εν όφελος, ζημιά για κάποιον, είναι, ir en beneficio, perjuicio de alguien

λέω, μιλάω, voy en serio, μιλάω σοβαρά

ir para, πάει προς= esta chica va para actriz, αυτό το κορίτσι πάει για ηθοποιός

για χρόνο που πέρασε, va para un año sin trabajar, πάει ένας μήνας χωρίς να δουλέψει

ir para largo, πάει για λαρτζ= μακριά να γίνει κάτι, αργώ, διαρκώ πολύ

la reunión va para largo, η συνάντηση πάει για μακριά χρονικά= αργεί

ir por, πάει περι= βρίσκομαι περί ενός σημείου, είμαι, voy por el primer capítulo,

είμαι στο πρώτο κεφάλαιο

va por el quinto vaso de vino, πάει για το 5o ποτήρι κρασί

πηγαίνω από= ir por carretera, πηγαίνω από δρόμο, οδικώς

πηγαίνω προς να πάρω, βρω κάτι, ir por comida, πάω να πάρω φαγητό

Ir por leña, πάω για ξύλα

πάει προς, για σχόλιο, μπηχτή, eso va por ti, αυτό πάει προς εσένα

για ηλικία, πάει περί= είμαι περίπου, va por los 40, είναι περίπου 40 χρονών

irse abajo, ραντ, απ-άγεται> φεύγει προς-κάτω= γκρεμίζομαι, toda la casa se fue abajo, γκρεμίστηκε ολόκληρο το σπίτι

írsele algo a alguien, φεύγει, καταναλώνεται, κάτι σε κάποιον,

los granos se le irán con el tiempo, τα σπυράκια θα του φύγουν με τον καιρό

se me fueron todos los ahorros en el viaje, όλες οι οικονομίες μου πήγαν στο ταξίδι

se me ha ido la mañana limpiando la casa, μου έφυγε όλο το πρωί καθαρίζοντας το σπίτι

irse de, φεύγω από, se fue de casa, έφυγε από το σπίτι

allá donde fueres haz lo que vieres, πρμ, εκεί όπου πήγαινες κάνε ο, τι έβλεπες=

όχι όπως ήξερες αλλά όπως τα βρήκες

28. ir a, πάω να κάνω αυτό που λέει το απαρέμφατο

¿vais a salir? vamos a comer, πάτε= πρόκειται να βγείτε; Πάμε να φάμε

ή για κάτι που κάνει συνήθως, va a clase de inglés, πάει σε τάξη αγγλικών

29. ir adelante, πάει μπροστά, για κάτι που κάνει χωρίς να σταματά

30. ir contra, πάει κόντρα σε αυτό που δηλώνει το ουσιαστικό

va contra la ley, πάει κόντρα στο νόμο

31. ir tirando, πάει τραβώντας τις δυσκολίες σε κάτι, αντέχει τα δύσκολα, το παλεύω,

no nos podemos quejar, vamos tirando, δεν μπορούμε να διαμαρτυρηθούμε, το παλεύουμε

32. ir tras, πάω πίσω από κάποιον, κάτι, ακολουθώ, Va tras sus huellas,

Ακολουθεί τα ίχνη του

33. επφ, για κουράγιο, πάμε! ¡vamos!

34. παραδείγματα, ¿cómo να todo? τι κάνεις;, πώς πάει;

¿cómo va el negocio? πώς πάνε οι δουλειές;

¡hasta pronto! ¡que te vaya bien! γεια σου! καλή τύχη!

για σκορ σε παιχνίδι, ¿cómo van? van empate a cero, πόσο είναι; είναι ισόπαλοι 0-0

¡te llaman por teléfono! – ¡voy! σε ζητάνε στο τηλέφωνο! – έρχομαι!

για χτύπημα πόρτας, ¡ya voy!, ¡ya va! έρχομαι!

el precio va impreso en la portada, η τιμή πάει= είναι γραμμένη στο εξώφυλλο

de dos a cinco van tres, από 2 σε 5 πάνε 3= πέντε μείον δύο κάνει τρία

¡ahí, allá va! πάρ’ το!, πιάσε!, ορίστε!

ahí va el libro que me pediste, ορίστε το βιβλίο που μου ζήτησες

για να δείξει έκπληξη, ¡ahí va! ¡ahí va! ¡qué paisaje tan bonito! πω, πω! τι ωραίο τοπίο!

σε επιφωνήματα έκπληξης, με απαρέμφατο, ¡y yo cómo voy a saberlo!

και γω πού θες να το ξέρω;

¡vete a saber! ποιος ξέρει!, τρέχα γύρευε!, άντε βγάλε άκρη!, πιάστο αυγό και κούρευτο!,

Dice que ese dinero procede de una herencia, vaya usted a saber,

Λέει ότι τα αυτά τα χρήματα προέρχονται από κληρονομιά, άντε εσείς βγάλτε άκρη

¡allá voy! έρχομαι!

ida 1. θ, πηγαιμός προς κάπου, μετάβαση, ταξίδι προς, το πήγαινε προς τα κάπου,

La ida a La Paz está programada para las ocho de la noche,

Το ταξίδι, η μετάβαση προς τη Λα Παζ έχει προγραμματιστεί για τις οκτώ το βράδυ

a la ida vamos en tren, στον πηγαιμό πάμε με τρένο,

un billete de ida y vuelta, ένα εισιτήριο με πήγαινε και έλα, επιστροφή,

el billete de ida y vuelta es más económico,

Το εισιτήριο μετ’ επιστροφής είναι φθηνότερο, πιο οικονομικό,

el partido de ida, αγώνας του πήγαινε= εκτός έδρας,

El partido de ida terminó en empate, y la final se decidirá en la vuelta,

Ο πρώτος αγώνας εκτός έδρας έληξε ισόπαλος και ο τελικός θα κριθεί στον επαναληπτικό

ή φυγή, αποχώρηση, su ida nos entristeció a todos, η αποχώρησή του μας λύπησε όλους

2. μτφ, πράξη με ορμή, φόρα, χωρίς σκέψη, παρορμήσεις, αψυχολόγητες πράξεις,

asusta a toda la familia con sus idas repentinas,

τρομάζει όλη την οικογένεια με τις ξαφνικές του αψυχολόγητες πράξεις

3. αθλ, σε ξιφομαχία, πήγαινε= επίθεση

4. σε κυνήγι, ίχνος από πήγαινε ζώου, πατημασιά, el podenco siguió las idas del venado,

Το κυνηγόσκυλο ακολούθησε τις πατημασιές του ελαφιού

5. εκφ, idas y venidas, τα πηγαινέλα, τα σούρτα-φέρτα,

en dos idas y venidas, σε 2 πήγαινε-έλα= τσακ-μπαμ, μπαμ-μπαμ, στο άψε σβήσε,

solucionó el problema en dos idas y venidas, έλυσε το πρόβλημα τσακ-μπαμ

ido, da πρχ που έχει άγει= φύγει το μυαλό του

1. ε, οικ, για άτομο, μτφ, φευγάτος, -η, -o, λαλημένος, -η, -ο στο μυαλό,

está completamente ido, είναι εντελώς φευγάτος

2. αφηρημένος, -η, -ο, χαμένος, -η, -ο σε σκέψη, esta mañana te veo un poco ido,

Σήμερα το πρωί σε βλέπω λίγο αφηρημένο, χαμένο

itinerario 1. α, πρχ ιτ-ιν-εραριο> σα οδ-ον-αριο ή από προσ-ιτός = δρομολόγιο, διαδρομή,

aún no hemos decidido qué itinerario haremos,

Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα ποιο δρομολόγιο θα ακολουθήσουμε,

itinerario aconsejado, προτεινόμενη διαδρομή

El tren siguió un itinerario alternativo debido a las obras en la vía,

Το τρένο ακολούθησε μια εναλλακτική διαδρομή λόγω εργασιών στις γραμμές

2. πρόγραμμα διαδρομής, ταξιδιού, Mi agencia de viajes me envió el itinerario completo de mi viaje a Japón, Το ταξιδιωτικό μου γραφείο μου έστειλε το πλήρες πρόγραμμα του ταξιδιού μου στην Ιαπωνία

itinerario, ria 1. ε, οδικός, -ή, -ό

itinerancia 1. θ, περιπλάνηση, περιοδεία ατόμου, μετακίνηση συνεχής σε τόπους,

La itinerancia es una de las cosas que más disfruta Alejandra como escritora nómada,

Η περιπλάνηση είναι ένα από τα πράγματα που απολαμβάνει περισσότερο η Αλεχάντρα

ως νομάδα συγγραφέας

2. τχν, περιαγωγή, ροαμινγκ

itinerante 1. ε, περιοδεύων, -ουσα, -ον, πλανόδιος, -α, -ο,

El circo itinerante llegó al pueblo, Το περιοδεύον τσίρκο έφτασε στην πόλη

adir 1. ρμ, νομ, πρχ αντ-άγομαι προς κάτι= αποδέχομαι μια κληρονομιά ρητά ή σιωπηρά

enero 1.  α, Ιανουάριος

2. εκφ, cuesta de enero, στενότητα οικονομική μετά τις εορτές των Χριστουγέννων, πρωτοχρονιάς

alcalde del mes de enero, πρχ ο δήμαρχος του μήνα του Γενάρη> άτομο νέο σε καθήκοντα που τα ασκεί με πολύ ζήλο

pretor 1. α, αρχ, πρχ πραίτορας

pretoria 1. θ, αρχ, στρατηγία, ηγεμονία, αξίωμα του πραίτορα

2. θητεία πραίτορα

pretorial 1. ε, αρχ, πραιτοριανός, -ή, -ό

pretorianismo 1. α, πολ, πραιτοριανισμός, ηγεμονισμός

pretoriano, na 1. ε, πραιτοριανός, -ή, -ó, ηγεμονικός, -ή, -ó

pretoriano 1. α, πραιτοριανός

pretorio, ria 1. ε, πραιτοριανός, -ή, -ó

pretorio 1. α, πραιτώριο

pretura 1. θ, pretoria

propretor 1. α, πρχ προ-πραίτορας= αντι-στράτηγος

propretura 1. θ, αξίωμα αντιστράτηγου

pretérito 1. α, γρμ, πρχ πρότερος χρόνος= παρελθοντικός, -ή, -ó

2. σνθ, pretérito anterior, παρωχημένος αόριστος

pretérito imperfecto, πρότερος μη-τετελεσμένος= παρατατικός

pretérito indefinido, αόριστος

pretérito perfecto, πρότερος τετελεσμένος= παρα-κείμενος

pretérito perfecto compuesto, σύνθετος παρακείμενος

pretérito perfecto, simple παρακείμενος

pretérito pluscuamperfecto, υπερσυντέλικος

pretérito, ta 1. ε, γρμ, παρωχημένος, -η, -o, περασμένος, -η, -o

2. μτφ, περασμένος, -η, -ο, época pretérita, εποχή πρότερη, περασμένη

preterir πρχ περι-τηρώ κάτι > δεν το τηρώ, το αγνοώ

1. ρμ, παραλείπω, αγνοώ, El jurado pretirió las pruebas presentadas por la defensa,

Το δικαστήριο αγνόησε τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσίασε η υπεράσπιση

2. νομ, για κληρονόμους, παρακάμπτω, αφήνω εκτός, παραλείπω,

El conde pretirió a todos sus hijos ilegítimos en el testamento,

Ο κόμης παρέκαμψε όλα τα νόθα παιδιά του στη διαθήκη του

3. ραντ, αγνοούμαι, παραλείπομαι, Se sintió preterida en la reunión, ya que nadie le prestaba atención a sus ideas, Ένιωσε αγνοημένη στη συνάντηση, καθώς κανείς δεν έδινε σημασία στις ιδέες της

preterición 1. θ, νομ, παράλειψη συμπερίληψης αναγκαίου κληρονόμου στη διαθήκη

2. λγτ, σε ρητορική, παράλειψη

3. παράλειψη, αγνόηση

inicio πρχ ιν-ισιο> εκκ-ίνησις ή εν-ιόν> εν-άγημα

1. α, αρχή, ξεκίνημα, έναρξη, El inicio del proyecto se retrasó por problemas técnicos,

Η έναρξη του έργου καθυστέρησε λόγω τεχνικών προβλημάτων,

El inicio de la película es muy lento, pero mejora después,

Η αρχή της ταινίας είναι πολύ αργή, αλλά βελτιώνεται αργότερα,

Llegamos al inicio del sendero, Φτάσαμε στην αρχή του μονοπατιού

iniciar 1. ρμ, πρχ ινισιαρ> δίνω εκκ-ίνηση σε κάτι, εκκινώ, ξεκινώ, αρχίζω,

María inició su carrera como abogada hace un mes,

Η Μαρία ξεκίνησε την καριέρα της ως δικηγόρος πριν από ένα μήνα,

iniciar conversaciones, αρχίζω συνομιλίες,

El sindicato dice que está listo para iniciar las negociaciones,

Το συνδικάτο δηλώνει πως είναι έτοιμο να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις

2. εισάγω κάποιον σε χώρο ή δραστηριότητα, μυώ,

la iniciaron en la brujería, την μύησαν στην μαγεία,

Su mentora lo inició en el arte desde muy pequeño,

Η μέντορας του τον μύησε στην τέχνη από πολύ μικρή ηλικία

3. ραντ, κάτι ξεκινά, αρχίζει, se inició el debate, άρχισε το ντιμπέιτ

Fue allí donde se inició el incendio, πήγε εκεί που ξεκίνησε η φωτιά

4. iniciarse en, μυούμαι σε κάτι, iniciarse en brujería, μυούμαι στη μαγεία

se inició en la masonería, μυήθηκε στον τεκτονισμό

iniciación 1. θ, μύηση σε κάτι, los ritos de iniciación, οι τελετές μύησης

2. έναρξη, αρχή, ξεκίνημα, εκκίνηση, Preston había permanecido en la cárcel hasta la iniciación del juicio, Ο Πρέστον παρέμεινε στη φυλακή μέχρι την έναρξη της δίκης

3. εκπ, εισαγωγή, iniciación en matemáticas, εισαγωγή στα μαθηματικά

iniciado, da 1. ε, α θ, μυημένος, -η, -o, μύστης

iniciador, ra 1. ε, α θ, μυητικός, -ή, -ó, μύστης, που εισαγάγει σε κάτι,

aquella fue mi iniciadora en el mus, Αυτή ήταν η μύστης μου στο παιχνίδι μους

2. πρωτοποριακός, -ή, -ό, πρωτοπόρος, -α, -o

inicial 1. ε, αρχικός, -ή, -ó, letras iniciales, γράμματα αρχικά

“La apuesta inicial es de $100”, dijo el crupier,

«Το αρχικό ποντάρισμα είναι 100 δολάρια», είπε ο κρουπιέρης

inicial 1. θ, αρχικά, escriba sus iniciales, γράψτε τα αρχικά σας

Las iniciales del monarca están grabadas en la empuñadura de la espada,

Τα αρχικά του μονάρχη είναι χαραγμένα στη λαβή του σπαθιού

inicializar 1. ρμ, πλφ, αρχικοποιώ

inicialización 1. θ, αρχικοποίηση

reiniciar 1. ρμ, επαν-εκκινώ κάτι, ξαναρχίζω, επαναλαμβάνω μετά από διακοπή,

Los dos países reiniciaron las negociaciones de paz después del alto el fuego,

Οι δύο χώρες ξανάρχισαν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μετά την κατάπαυση πυρός

2. πλφ, κάνω επανεκκίνηση

reinicio 1. α, επανεκκίνηση, Después de unos meses de paro, la compañía anunció hoy el reinicio de sus actividades, Μετά από μερικούς μήνες αδράνειας, η εταιρεία ανακοίνωσε σήμερα την επανεκκίνηση των δραστηριοτήτων της

reinicializar 1. ρμ, πλφ, κάνω επανεκκίνηση

inicialmente 1. επρ, αρχικά

iniciático, ca 1. ε, μυητικός, -ή, -ó

una ceremonia iniciática, μια τελετή μύησης

iniciativo, va 1. ε, που δίνει εκ-κίνηση σε κάτι, αρχικός, -ή, -ό,

El empuje iniciativo hacia una mayor responsabilidad ambiental debe nacer de todos nosotros, Η αρχική ώθηση για μεγαλύτερη περιβαλλοντική ευθύνη πρέπει να προέλθει από όλους μας

iniciativa 1. θ, πράξη εκ-κινητική όταν κάνω κάτι= πρωτοβουλία,

A la profesora le gustó la iniciativa de los alumnos de plantar un árbol al mes,

Στον δάσκαλο άρεσε η πρωτοβουλία των μαθητών να φυτεύουν ένα δέντρο το μήνα,

tomar la iniciativa, να πάρω την πρωτοβουλία

2. πρωτοβουλία, αποφασιστικότητα, δυναμισμός σε άτομο, tiene mucha iniciativa,

έχει πολύ δυναμισμό

3. πολ, λαϊκή πρωτοβουλία

comenzar πρχ κομ-ίζω κάτι= ξεκινώ

1. ρμ, αρχίζω, ξεκινώ, comenzar una discusión, αρχίζω μια συζήτηση

Pueden comenzar el examen ahora, Μπορείτε να ξεκινήσετε την εξέταση τώρα

Quiero comenzar a hacer ejercicio, Θέλω να ξεκινήσω να κάνω άσκηση

2. ρα, για κάτι που αρχίζει, ξεκινά, las obras comienzan mañana, τα έργα ξεκινούν αύριο

El curso comenzará en otoño, Το μάθημα θα ξεκινήσει το φθινόπωρο

Quedan 15 minutos antes de que comience el partido,

Απομένουν 15 λεπτά προτού αρχίσει ο αγώνας

3. comenzar por, αρχίζω από, la palabra comienza por jota, η λέξη αρχίζει από j

comienza por callarte, ξεκίνα με το να πάψεις, κατ’ αρχάς, πάψε!

comienzo 1. α, για χρόνο, αρχή, έναρξη, απαρχή, el comienzo de la vida, η αρχή της ζωής

2. για χωρικό σημείο, μέρος, αρχή, αφετηρία, el comienzo de la calle, η αρχή του δρόμου

3. έναρξη πράξης, ξεκίνημα, el comienzo de las obras, η έναρξη των εργασιών

4. εκφ, a comienzos de, στις αρχές, a comienzos del siglo, στις αρχές του αιώνα,

nos iremos de viaje a comienzos de verano, θα πάμε για ταξίδι στις αρχές του καλοκαιριού

al comienzo de, στην αρχή

dar comienzo a algo, ξεκινώ, αρχίζω κάτι, κηρύσσω την έναρξη,

dio comienzo a la revisión de la obra, ξεκίνησε την αναθεώρηση του έργου

dar comienzo, ξεκινώ, αρχίζω, el concierto dio comienzo con un adagio,

η συναυλία ξεκίνησε με ένα αντάτζιο

en un comienzo, αρχικά, κατ’ αρχάς, στην αρχή, en un comienzo se utilizó con ratones,

στην αρχή αυτό χρησιμοποιήθηκε σε ποντίκια

estar en sus comienzos, είναι στην αρχή του, απαρχές του, σπάργανα, σε αρχικό στάδιο

recomenzar 1. ρμ, ξαναρχίζω

comicios πρχ κομ-ισιο> συγ-κόμιση ή σύν-αξη ατόμων για ψήφο

1. α πλ, εκλογές, Los partidos hacen campaña hasta una semana antes de los comicios,

Τα κόμματα κάνουν προεκλογική εκστρατεία έως και μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές

2. ιστ, συνέλευση Εκκλησίας του Δήμου των Ρωμαίων

comitiva 1. θ, πρχ συν-άγημα ατόμων= συνοδεία, ακολουθία, παρατρεχάμενοι,

El empresario y su comitiva de abogados entraron al edificio,

Ο επιχειρηματίας και η συνοδεία των δικηγόρων του εισήλθαν στο κτίριο

concomitancia 1. θ, πρχ συν-συν-άγημα πραγμάτων = ακολουθία, σύμπτωση, συνύπαρξη,

σειρά γεγονότων, la concomitancia de varias tragedias familiares le provocó una depresión,

Η συνύπαρξη αρκετών οικογενειακών τραγωδιών του προκάλεσε κατάθλιψη

concomitante 1. ε, συνακόλουθος, -η, -ο, συνοδός, -ή, -ό, συνοδευτικός, -ή, -ό,

En los pacientes del COVID-19, la neumonía se presenta con frecuencia como patología concomitante, Σε ασθενείς με COVID-19, η πνευμονία εμφανίζεται συχνά ως συνοδός παθολογία

ejido 1. α, ιστ, κοινοτική έκταση γης

éxito πρχ εξ-ιτο> έξω από όρια= επιτυχία, πρχ σου-ξέ> έ-ξιτο, πρχ έξοχο ή εξαίσιο> επιτυχία

1. α, για άτομο, γεγονός, επιτυχία, la ceremonia fue un éxito, η τελετή είχε μεγάλη επιτυχία

su éxito se debe a su talento, η επιτυχία του οφείλεται στο ταλέντο του

2. επιτυχία, ese producto ha tenido gran éxito en el mercado,

αυτό το προϊόν έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία στην αγορά

3. αίσια έκβαση σε αποστολή

4. για βιβλίο, μπεστ-σέλερ

5. σνθ, éxito de taquilla, επιτυχία ταμειακή= που σπάει τα ταμεία

éxito profesional, επαγγελματική επιτυχία

6. εκφ, no tener éxito, για άτομο, γεγονός, δεν έχω επιτυχία= αποτυγχάνω

resultar un éxito, γνωρίζω επιτυχία

ser un éxito de ventas, για βιβλίο, γίνομαι μπεστ-σέλερ

tener éxito, έχω επιτυχία, είμαι επιτυχημένος, πετυχαίνω σε κάτι

tener éxito en la vida, πετυχαίνω στη ζωή

tener un éxito padre, οικ, έχω φοβερή επιτυχία

exitoso, sa 1. ε, επιτυχημένος, -ή, -ο, matrimonio exitoso, επιτυχημένος γάμος,

Mi tía dice que es exitosa porque también es trabajadora y honesta,

Η θεία μου λέει ότι είναι επιτυχημένη επειδή είναι επίσης εργατική και ειλικρινής,

programa exitoso, επιτυχημένο, δημοφιλές πρόγραμμα

resultado exitoso, επιτυχές αποτέλεσμα

exitazo 1. α, οικ, μεγάλη επιτυχία, σουξέ για κάτι,

su disco es un exitazo, o δίσκος του είναι σουξέ

el vestido es un exitazo, το φόρεμα είναι πετυχημένη επιλογή, σουξέ

La exposición fue un exitazo. El artista vendió todos sus cuadros y esculturas,

Η έκθεση υπήρξε μια τεράστια επιτυχία. Ο καλλιτέχνης πούλησε όλους τους πίνακες και τα γλυπτά του

introito πρχ ενδο-ιτο> εισ-ητήριο= που εισ-άγει

1. α, εισαγωγή, εισαγωγικό κείμενο, Al inicio de la celebración, el alcalde leyó un introito,

Στην αρχή της γιορτής, ο δήμαρχος διάβασε ένα εισαγωγικό κείμενο

2. θτρ, πρόλογος

3. θρη, εισοδικό

4. ανα, είσοδος, άνοιγμα

5. σνθ, introito vaginal, είσοδος του κόλπου

subir πρχ σουμπ-ιρ> σουπερ> υπερ-άγω> ανω-άγω, ανεβάζω

1. ρα, κάτι, κάποιος ανεβαίνει, ¿Por qué no subes a ver a Alex en su habitación?

Γιατί δεν ανεβαίνεις πάνω να δεις τον Άλεξ στο δωμάτιό του;

subió del cuarto al quinto piso, ανέβηκε από τον 4ο στον 5ο

2. για κάτι που ανεβάζει στάθμη, αυξάνει, subir el río, ανεβαίνει το ποτάμι

el nivel del agua subió mucho, το επίπεδο, η στάθμη του νερού ανέβηκε πολύ

3. ανεβαίνω σε αξίωμα, θέση εργασίας, οικονομικά,

mi hermano ha subido mucho últimamente, ο αδερφός μου έχει ανεβεί πολύ τελευταία

tras la muerte de su gerente, subió con rapidez,

Μετά τον θάνατο του διευθυντή του, ανέβηκε γρήγορα, ραγδαία

4. για ένταση, βαθμό σε κάτι που ανεβαίνει, αυξάνει, subir la fiebre, ανεβαίνει ο πυρετός

el calor subió a medida que avanzaba el día, η ζέστη ανέβηκε καθώς προχωρούσε η μέρα

5. για λογαριασμό που ανεβαίνει, ανέρχεται, la deuda sube a varios millones,

το χρέος ανεβαίνει σε αρκετά εκατομμύρια

6. μσκ, ανεβαίνει ο ήχος σε όργανο ή φωνή πιο οξεία

7. ανεβαίνω σε όχημα ή άλογο, sube al coche, ανέβα στο αμάξι

Si no subes al autobús ahora lo perderás, Αν δεν ανέβεις στο λεωφορείο τώρα, θα το χάσεις

8. ρμ, ανεβαίνω κάτι ή προς τα πάνω, subir la escalera, ανεβαίνω τα σκαλιά

si subes esa cuesta te vas a cansar, Αν ανέβεις αυτή την ανηφόρα, θα κουραστείς

9. ρμ, ανεβάζω κάτι προς πιο υψηλό μέρος

sube los libros al desván, ανέβασε τα βιβλία προς την σοφίτα

10. ρμ, ανεβάζω το μέγεθος σε κάτι ή το αυξάνω, ψηλώνω, σηκώνω σε ύψος,

subir una pared, ψηλώνω ένα τοίχο

han tenido que subir las rejas para que no les vean desde la calle,

αναγκάστηκαν να σηκώσουν τα κάγκελα ώστε να μην τους βλέπουν από τον δρόμο

11. ρμ, ανεβάζω κάτι ή στήνω σε ορθή θέση,

sube esa cabeza, ανέβασε, σήκωσε το κεφάλι(σου)

12. ρμ, ανεβάζω τιμή, ένταση, εκτίμηση στα πράγματα, ακριβαίνω,

el panadero ha subido la barra de pan, ο φούρναρης ακρίβυνε το καρβέλι ψωμί

13. ραντ, μτφ, για ποτό που ανεβαίνει στο κεφάλι= ζαλίζει, χτυπάει,

no bebo vino porque se me sube enseguida, δεν πίνω κρασί επειδή με χτυπάει αμέσως

14. ανεβαίνω εγώ, se subió a la bicicleta, ανέβηκε στο ποδήλατο

Súbete a la escalera para alcanzar mejor, Ανέβα στη σκάλα για να φτάνεις καλύτερα

Nos subimos a un banco para ver mejor,

Ανεβήκαμε σε ένα παγκάκι για να έχουμε καλύτερη θέα

Nos subimos al tren justo cuando estaba a punto de salir,

Ανεβήκαμε στο τρένο ακριβώς τη στιγμή που επρόκειτο να φύγει,

ή για ρούχο που ανεβαίνει= σηκώνεται, se subió un poco la falda,

της σηκώθηκε λίγο η φούστα

ή ανεβάζω, σηκώνω, Me subí las mangas para amasar el pan,

Ανέβασα, σήκωσα τα μανίκια μου για να ζυμώσω το ψωμί

15. subir de, σουμπιρ > υπερ-βαίνω το, ξεπερνώ, ξεφεύγω από το όριο,

el coste total no subirá del millón, το συνολικό κόστος δεν θα υπερβεί το ένα εκατομμύριο

17. εκφ, subirse por las paredes, οικ, μτφ, υπερβαίνω από τους τοίχους=

βγαίνω έξω από τα ρούχα μου, τραβάω τα μαλλιά μου

subida 1. θ, για χώρο που ανεβαίνει= πλαγιά, ανάβαση,

la subida es bastante empinada, η πλαγιά είναι αρκετά ανηφορική

El tramo más difícil de la carrera ciclista es esta subida,

Το πιο δύσκολο τμήμα του ποδηλατικού αγώνα είναι αυτή η ανάβαση

2. για κίνηση= ανάβαση, la subida al Everest, η ανάβαση στο Έβερεστ

3. αύξηση σε κάτι, άνοδος, la subida de los precios, η άνοδος των τιμών

4. άνοδος της στάθμης, la subida de las aguas, η άνοδος των υδάτων

5. άνοδος, La subida al poder del dictador preocupa a los gobiernos vecinos,

Η άνοδος του δικτάτορα στην εξουσία ανησυχεί τις γειτονικές κυβερνήσεις

6. α, οικ, για ναρκωτικά, ανέβασμα, φτιάξιμο, μαστούρα

7. τένις, άνοδος

subido, da πρχ ανεβασμένος, -η, -ο

1. ε, για γεύση, οσμή, έντονος, -η, -o, No sabemos de dónde viene ese olor tan subido,

Δεν ξέρουμε από πού προέρχεται αυτή η έντονη μυρωδιά

2. για χρώμα, έντονος, -η, -o, rojo subido, έντονο κόκκινο

El tono de rojo que escogiste es muy subido,

Η απόχρωση, ο τόνος του κόκκινου που επέλεξες είναι πολύ έντονη

3. για τιμή, ανεβασμένος, -η, -o, υψηλός, -ή, -ό, Los precios de los juguetes están subidos,

Οι τιμές των παιχνιδιών είναι ανεβασμένες

4. έντονος, -η, -ο, tuvo una reacción muy subida, είχε μια αντίδραση πολύ έντονη,

5. οικ, δίνει έμφαση σε κάτι, υπερβολικός, -ή,-ό, υπέρτατος, -η, -ο,

de un romántico subido, με έναν υπέρτατο ρομαντισμό,

estaba con el tonto subido, ήταν με τον υπέρτατο βλάκα

6. οικ, με ανεβασμένο θράσος, τόλμη, τολμηρός, -ή, -ó, αυθάδης, -ες, -η,

contó un chiste muy subido, είπε ένα πολύ τολμηρό αστείο

7. α θ, χυδαίος, -α

subidón 1. α, οικ, για ναρκωτικά, ανέβασμα= μαστούρα

súbito, ta ηχμ τσούπ ή ζούμπιτος= πολύ γρήγορα

1. ε, για γεγονός, αιφνίδιος, -α, -ο, απρόσμενος, -η, -ο, ξαφνικός, -ή, -ó

muerte súbita, αιφνίδιος θάνατος,

La súbita bajada de la bolsa sorprendió a los economistas,

Η απρόσμενη πτώση της χρηματιστηριακής αγοράς εξέπληξε τους οικονομολόγους,

La súbita tormenta agarró desprevenidos a todos los campistas,

Η ξαφνική καταιγίδα έπιασε απροετοίμαστους όλους τους κατασκηνωτές

2. για πράξη, βίαιος, -α, -η, ορμητικός, -ή, -ό, ξαφνικός, -ή, -ó,

No hay quien entienda los súbitos cambios de humor de Juan,

Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τις ξαφνικές εναλλαγές της διάθεσης του Χουάν

súbito 1. επρ, ξαφνικά

2. εκφ, de súbito, που γίνεται με τρόπο απότομο, ξαφνικά, απρόσμενα

súbitamente 1. επρ, αιφνίδια, απρόσμενα, ξαφνικά

tránsito πρχ τράν-ζιτ ή μετα-βάτημα

1. α, για οχήματα, πεζούς, διέλευση, κυκλοφορία,

El tránsito en las carreteras es muy lento en la hora punta,

Η κυκλοφορία στους δρόμους είναι πολύ αργή κατά την ώρα αιχμής

2. για εμπόρευμα, ταξιδιώτες, τράνζιτ, διακίνηση, κίνηση, μεταφορά,

Las mercancías se dañaron durante el tránsito,

Τα εμπορεύματα υπέστησαν ζημιές κατά τη μεταφορά

El tránsito de pasajeros de este aeropuerto es muy elevado,

Η επιβατική κίνηση σε αυτό το αεροδρόμιο είναι πολύ υψηλή

3. μετάβαση από κάπου, πέρασμα, una placa recuerda su tránsito por esta ciudad,

μια πλάκα θυμίζει το πέρασμα του από αυτή την πόλη

4. κίνηση οχημάτων, κυκλοφορία

5. λογ, κοίμηση ατόμου, εκδημία

6. θρη, Ανάληψη, μετάσταση

7. σνθ, hacer, llevar en tránsito, άγω> είμαι σε μετάβαση= μεταβαίνω

tránsito de la Virgen, τεχ, Κοίμηση της Θεοτόκου

tránsito rodado, οδική κυκλοφορία

8. εκφ, de tránsito, περαστικός, estar de tránsito en una ciudad,

είμαι περαστικός από μια πόλη

en tránsito, σε ανταπόκριση, τράνζιτ, aviones en tránsito entre América y Europa,

αεροπλάνα που εκτελούν πτήσεις μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης

pasajeros en tránsito hacia Madrid, επιβάτες τράνζιτ για Μαδρίτη

transitar πρχ τρανσ-ιτ> μετα-β-ατώ ή μετ-άγω από ένα μέρος στο άλλο

1. ρα, για άτομο, περνάω, διαβαίνω ένα μέρος,

No podemos transitar por aquí porque cayeron varios árboles,

Δεν μπορούμε να περάσουμε από εδώ γιατί έπεσαν αρκετά δέντρα

2. για όχημα, κυκλοφορώ, πηγαίνω, κινούμαι,

¡No puedes transitar tan rápido! ¡Mira el límite de velocidad!

Δεν μπορείς να πας τόσο γρήγορα! Πρόσεχε το όριο ταχύτητας!

transitable 1. ε, για δρόμο, διαβατός, -ή, -ό, βατός, -ή, -ό,

La carretera tiene tantos baches y tan profundos que apenas es transitable,

Ο δρόμος έχει τόσες πολλές λακκούβες και είναι τόσο βαθιές που είναι μόλις βατός

2. πλεύσιμος, -η, -ο

transitario, ria 1. α θ, εμπ, πράκτορας μεταφορών

transitivamente 1. επρ, μετα-βατικά

transitivo 1. α, γρμ, μεταβατικό ρήμα

transitivo, va 1. ε, γρμ, μεταβατικός, -ή, -ó

transitividad 1. θ, γρμ, μεταβατικότητα

intransitivo, va 1. ε, γρμ, αμετάβατος, -η, -o, verbo intransitivo, αμετάβατο ρήμα

intransitable 1. ε, αδιάβατος, -η, -o

intransitividad 1. θ, γρμ, μη μεταβατικότητα πράξης

transitorio, ria πρχ μετα-βατικό σε χρόνο, απόδοση, ζωή

1. ε, μεταβατικός, -ή, -ó, προσωρινός, -ή, -ó, πρόσκαιρος, -η, -ο, παροδικός, -ή, -ó,

una solución de carácter transitorio, μια λύση προσωρινού χαρακτήρα

Mi estancia en Madrid es transitoria hasta que me den el visado,

Η παραμονή μου στη Μαδρίτη είναι προσωρινή μέχρι να λάβω την βίζα,

un periodo transitorio de cinco años, μια μεταβατική περίοδο πέντε ετών

transitoriamente 1. επρ, μεταβατικά, παροδικά, πρόσκαιρα, προσωρινά

transitoriedad 1. μεταβατικότητα, προσωρινότητα, παροδικότητα

trance πρχ τράνς μουσική> μετάβαση σε άλλη διάσταση

1. α, μτφ, κρίσιμη στιγμή, δύσκολη κατάσταση, περίοδο, Juana está pasando por un trance complicado, perdió su trabajo y su hijo está gravemente enfermo, Η Χουάνα περνάει μια δύσκολη περίοδο. Έχασε τη δουλειά της και ο γιος της είναι σοβαρά άρρωστος

2. ύπνωση, έκσταση, El mago puso a la voluntaria en trance y la hizo levitar,

Ο μάγος έβαλε την εθελόντρια σε έκσταση και την έκανε να αιωρηθεί

3. μσκ, τρανς, Me gusta escuchar trance cuando estoy en el gimnasio,

Μου αρέσει να ακούω τρανς όταν είμαι στο γυμναστήριο

4. νομ, αναγκαστική κατάσχεση, σαν μετάβαση αγαθών

5. σνθ, último, postrer, mortal trance, ύστατη ώρα, στιγμή

6. εκφ, a todo trance, πρχ με όλη την μετάβαση = πάση θυσία

en trance de, εν μετάβαση= στα πρό-θυρα, en trance de muerte, στα πρόθυρα του θανάτου entrar en trance, μπαίνω σε κατάσταση ύπνωσης, έκστασης

pasar por un mal trance, περνώ μια δύσκολη στιγμή

salir del trance, ξεπερνώ τη δύσκολη στιγμή

sacar a alguien de un trance, βγάζω κάποιον από μια δύσκολη στιγμή

transeúnte πρχ τρανζιτικός= διαβατικός

1. ε, μεταβατικός, -ή, -ό

2. περαστικός, -ή, -ό, παροδικός, -ή, -ό

3. προσωρινός, -ή, -ό, Los miembros transeúntes no tienen derecho a voto,

Τα προσωρινά μέλη δεν έχουν δικαίωμα ψήφου

4. α θ, περαστικός, -ή, διαβάτης, Un transeúnte que vio el incendio llamó a los bomberos,

Ένας περαστικός που είδε τη φωτιά κάλεσε την πυροσβεστική

5. προσωρινός, -ή κάτοικος

transición 1. θ, μετάβαση από μια κατάσταση, ιδέα ή τρόπου ζωής σε άλλο,

la adolescencia es la transición de la infancia al estado adulto,

Η εφηβεία είναι η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση

2. πολ, μεταπολίτευση στην Ισπανία ή μεταβατική περίοδος μετά το θάνατο

του Φράνκο

3. σνθ, transición democrática, δημοκρατική μεταπολίτευση

transicional 1. ε, μεταβατικός, -ή, -ό

transido, da 1. ε, λογ, transido de= μετα-βατημένος από κάτι, που φέρει αλλαγή

1. από πείνα, de hambre κατα-βεβλημένος, -η, -ο από την πείνα

2. από κρύο, de frío, ξεπαγιασμένος, -η, -o

3. από πόνο, de dolor, pena, καταπονημένος, -η, -o, κατα-βεβλημένος, -η, -ο

Transido de dolor, decidió quitarse la vida,

Καταβεβλημένος από τον πόνο, αποφάσισε να αυτοκτονήσει

rédito 1. α, απόδοση για κεφάλαιο, επειδή πρχ περι-δίδει

redituable 1. ε, επμ, πρχ περι>αποδοτικός, -ή, -ó, επικερδής, -ής, -ές

redituar 1. ρμ, για κεφάλαιο, πρχ περι-δίδω= αποδίδω, αποφέρω

vaya 1. θ, οικ, ηχμ βα-βα= κοροϊδία

2. σνθ, dar vaya, πρχ δίνω βαβα= κοροϊδεύω

vaya 1. επφ, εκφράζει έκπληξη, πρχ μπα! βρε-βρε, Ουάου, πω-πω,

¡vaya, tú por aquí! μπα! εσύ πώς από δω;

¡Vaya, mira quién ha venido! Ουάου, κοίτα ποιος ήρθε!

2. εκφράζει θαυμασμό, για δες! Ουάου, ¡vaya pedazo de coche! για δες αυτοκίνητο!

¡vaya si me gusta! αν μου αρέσει λέει!

3. εκφράζει δυσαρέσκεια, πού!, μπα που να πάρει! ¡vaya, ya no llegamos!

μπα που να πάρει, δεν προλαβαίνουμε!

¡vaya por Dios! πρχ βα-για> για το Θεό!

¡Vaya! Se me ha mojado el celular, Πού! Μου βράχηκε το τηλέφωνο

4. εκφ, vaya que, ¡vaya que si me acuerdo! και βέβαια θυμάμαι!, αν θυμάμαι λέει!

perecer πρχ περ-εθερ> παρ-ήλθε από την ζωή ή πε(ρ)θαίνω

1. ρα, πεθαίνω, χάνομαι, todos los pasajeros perecieron, όλοι οι επιβάτες χαθήκαν

Mucha gente pereció durante la epidemia de ébola,

Πολύς κόσμος πέθανε κατά τη διάρκεια της επιδημίας Έμπολα

2. perecerse por, μτφ, πεθαίνω υπέρ κάτι= επιθυμώ πολύ, ψοφάω να, πεθαίνω για,

Lucía se perece por el pastel de chocolate, Η Λουτσία πεθαίνει για σοκολατένιο κέικ

se perecía por montar un negocio, επιθυμούσε πολύ να ξεκινήσει μια επιχείρηση

3. εκφ, perecer de, πεθαίνω από πείνα, δίψα, κρύο, perecer de hambre, sed, frío

la anciana se perecía de pena, Η ηλικιωμένη γυναίκα πέθαινε από τη θλίψη

perecimiento 1. α, πράξη του perecer, θανάτωση, Para los gnósticos, la muerte en la vida de el iniciado es el perecimiento de el ego personal, Για τους Γνωστικούς, ο θάνατος στη ζωή του μυημένου είναι η θανάτωση του προσωπικού εγώ

2. μτφ, θάνατος, καταστροφή, Queremos evitar el perecimiento de nuestra cultura,

Θέλουμε να αποφύγουμε την καταστροφή του πολιτισμού μας

perecedero, ra 1. ε, για τρόφιμο, αλλοιώσιμος, -η, -o, φθαρτός, -ή, -ó,

los huevos son perecederos, τα αυγά είναι αλλοιώσιμα

2. με μικρή διάρκεια

imperecedero, ra πρχ μη-παρερχόμενος, α-πέθα-ντος, που δεν φθείρεται

1. ε, άφθαρτος, -η, -o, μη αλλοιώσιμος, -η, -ο,

El refugio está abastecido de botellas de agua y alimentos imperecederos,

Το καταφύγιο είναι εφοδιασμένο με μπουκάλια νερού και μη αλλοιώσιμα τρόφιμα

2. μτφ, παντοτινός, -ή, -ó, αθάνατος, -η, -o, αιώνιος, -α, -ο,

“Mi amor por ti es imperecedero,” juró el hombre enamorado,

«Η αγάπη μου για σένα είναι αιώνια», ορκίστηκε ο ερωτευμένος άντρας

desperecer 1. ρα, perecer

2. desperecerse por, μτφ, πεθαίνω για κάτι, κάποιον, είμαι τρελός για, ψοφάω για

yanqui 1. οικ, ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με τους Γιάνκηδες, Γιάνκης

Scroll to Top