HARTO

HARTO= ΠΡΧ ΧΟΡΤΑ-ΤΟ, ΧΟΡΤΑΙΝΩ, ΠΡΧ ΦΡΑΤΤΩ, ΠΡΧ ΦΑΡΣΑ, ΦΑΡΔΥ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

farsa πρχ φάρσα

1. θ, κυρ, θεατρικό έργο κωμωδίας, hemos visto una farsa muy divertida,

έχουμε δει μια φάρσα πολύ διασκεδαστική, αστεία

2. μτφ, πράξη που έχει σαν σκοπό να εξαπατήσει ή γίνεται για το θεαθήναι, δήθεν,

απάτη, φάρσα, μασκαριλίκι, la votación fue una farsa, η ψηφοφορία ήταν μια φάρσα

la investigación fue una farsa, η έρευνα ήταν ένα μασκαριλίκι

farsante 1. ε, α θ, για άτομο που παρουσιάζει κάτι που δεν είναι ή δεν αισθάνεται,

κίβδηλος, -η, -ο, ψεύτικος, -η, -ο, υποκριτής, -ια,

ese médico es un farsante, αυτός ο ιατρός είναι ψεύτικος

2. α θ, ηθοποιός θεάτρου, antiguamente, las compañías de farsantes recorrían los pueblos,

παλιά, οι θίασοι με ηθοποιούς γύριζαν τα χωριά

farseto 1. α, κολόβιο παραγεμισμένο με βαμβάκι κάτω από την πανοπλία για να μην

τραυματίζει το σώμα.

farsista 1. α θ, συγγραφέας κωμωδιών

2. ηθοποιός κωμικός

hartón πρχ χ-αρτον> χορτασμόν

1. α, οικ, βαρυστομαχιά από φαί, ποτό, φούσκωμα, hartón de comida, bebida

hartura 1. θ, βαρυστομαχιά από φαί, ποτό, φούσκωμα, χορτασμός υπερβολικός, κορεσμός,

una sensación de hartura, μια αίσθηση φουσκώματος

Me duele el estómago, y creo que es por la hartura que tengo,

Με πονάει το στομάχι, και νομίζω ότι είναι από την βαρυστομαχιά που έχω

2. μτφ, χορτασμός, κορεσμός από πράξη, δραστηριότητα, πήξιμο,

Tengo mucha hartura de niños, de casa, de todo,

Έχω πολύ χορτασμό, πήξιμο από τα παιδιά, το σπίτι, τα πάντα

3. βαρεμάρα σαν κορεσμός από κάτι, ¿Más reguetón? ¡Por Dios, qué hartura!

Περισσότερη ρεγκετόν; Έλεος, τι βαρεμάρα!

harto, ta πρχ χορτα-σμένος από κάτι

1. ε, χορτάτος, -η, -o από φαί, ποτό, μπουχτισμένος, -η, -o,

no quiero más comida, ya estoy harto, δε θέλω άλλο φαί, είμαι χορτάτος

estoy harto de dulces, είμαι μπουχτισμένος, μπούχτισα από τα γλυκά

2. μτφ, μπουχτισμένος, -η, -o από κάποιον, estoy harto de mi compañero,

είμαι μπουχτισμένος= βαρέθηκα τον συνάδελφο μου

3. μτφ, μπουχτισμένος, -η, -o με να κάνω κάτι, estoy harto de trabajar,

είμαι μπουχτισμένος με το να δουλεύω

harta de esperar, se fue, μπουχτισμένη να, βαρέθηκε να περιμένει και έφυγε

estoy harto de repetirte que estudies, έχω κουραστεί να σου επαναλαμβάνω να μελετήσεις

4. εκφ, tener a alguien harto (con), έχω κάποιον μπουχτισμένο με= κουράζω κάποιον με

harto 1. επρ, μτφ, χορτά-το από κάτι= πολύ, πάρα πολύ, un examen harto difícil,

ένα διαγώνισμα πάρα πολύ δύσκολο

un caso harto complicado, μία πολύ δύσκολη περίπτωση

es harto evidente, είναι ολο-φάνερο

2. πρχ αρτο> αρκετά, estos sucesos son harto frecuentes,

αυτά τα συμβάντα είναι αρκετά συχνά

harto ha dicho, αρκετά έχει πει

hartazgo 1. α, πρχ χορτασμός από φαί, ποτό, Después del hartazgo de dulces, chocolates y otros manjares de Navidad, me gusta volver a una dieta sana,

Μετά από τον χορτασμό με γλυκά, σοκολάτες και άλλες χριστουγεννιάτικες λιχουδιές, μου αρέσει να επιστρέφω σε μια υγιεινή διατροφή

2. μτφ, κορεσμός, La gente empieza a demostrar cierto hartazgo con los políticos del día

Ο κόσμος αρχίζει να δείχνει μια κάποιο κορεσμό, κόπωση με τους πολιτικούς της εποχής

3. εκφ, darse un hartazgo de, για φαί, ποτό, μου δίνω ένα χορτασμό από, με= παρατρώ(γ)ω, παραπίνω, σκάω από, πρήζομαι από, μπουχτίζω από,

me di un hartazgo de pescado, παράφαγα ψάρι

κάνω κάτι σε μεγάλο βαθμό, me di un hartazgo de llorar, πλάνταξε στο κλάμα

nos dimos un hartazgo de películas del terror, μπουχτίσαμε στις ταινίες τρόμου

hasta el hartazgo, για φαί, ποτό, μέχρι σκασμού

hartar 1. ρμ, χορταίνω κάποιον με φαί, ποτό, παρα-χορταίνω, παρα-ταΐζω, μπουκώνω,

nos hartó de pasteles, μας μπούκωσε με γλυκά

2. μτφ, κάτι με μπουχτίζει= ενοχλεί, κουράζει, μου φέρνει βαρεμάρα, βαραίνει,

me harta la política, με κουράζει η πολιτική

me estás hartando con tantas exigencias, με κουράζεις, βαρέθηκα τις τόσες απαιτήσεις σου

3. μτφ, χορταίνω με πράγματα, γεμίζω, hartaron de regalos a sus nietos,

γέμισαν τους εγγονούς τους με δώρα

4. ραντ, hartarse de, χορταίνω από φαί, ποτό, σκάω από, μπουχτίζω, στουμπώνω,

παρατρώ(γ)ω, παραπίνω, se hartaron de pescado, χόρτασαν από ψάρι,

se hartó de beber cerveza, φούσκωσε από την πολλή μπίρα

5. μτφ, για πράξη, βαριέμαι κάτι, κουράζομαι από κάτι,

me harté de esperar, βαρέθηκα να περιμένω

se ha hartado de soportar sus tonterías, έχει κουραστεί να ανέχεται τις βλακείες του

6. χορταίνω, σκάω, κάνω πολύ μια πράξη, nos hartamos de reír, σκάσαμε στα γέλια

los niños se han hartado de jugar, τα παιδιά χόρτασαν στο παιχνίδι

se harta de trabajar, σκοτώνεται στη δουλειά

7. μτφ, ικανοποιώ επιθυμία, me harté de dormir, χόρτασα ύπνο, να κοιμάμαι

8. μτφ, χορταίνω κάνοντας κάτι, βαριέμαι, al final nos hartamos, στο τέλος βαρεθήκαμε

9. εκφ, hasta hartarse, μέχρι να χορτάσω από φαί, ποτό, μέχρι σκασμού, κορεσμού,

για πράξη, vimos películas hasta hartarnos, είδαμε ταινίες μέχρι να κορεστούμε,

χορτάσαμε να βλέπουμε ταινίες

diafragma 1. α, ανα, διάφραγμα

2. διάφραγμα αντισυλληπτικό

3. βοτ, φωτ, διάφραγμα

4. σνθ, diafragma de apertura, βιο, φωτ, διάφραγμα ανοίγματος

diafragma iris, βιο, διάφραγμα ίριδος

diafragmático, ca 1. ε, διαφραγματικός, -ή, -ό

diafragmar 1. ρμ, φωτ, ανοίγω, κλείνω το διάφραγμα στον φακό

frecuencia πρχ φρακ-άρισμα σαν συχνότητα, επανάληψη από κάτι

1. θ, συχνότητα, επανάληψη πράξης, γεγονότος, le veo con mucha frecuencia,

τον βλέπω με πολύ συχνότητα

2. περιοδική συχνότητα γεγονότος, la frecuencia de paso de los autobuses,

η συχνότητα των περασμάτων των λεωφορείων

el tren pasa con una frecuencia de dos horas,

το τρένο περνάει με μια επανάληψη των δύο ωρών

3. φσκ, συχνότητα, muy alta, alta, baja, πολύ υψηλή, υψηλή, χαμηλή συχνότητα

4. σνθ, frecuencia modulada, ραδ, διαμόρφωση συχνότητας FM

con frecuencia, συχνά, nos visita con frecuencia, μας επισκέπτεται συχνά

frecuencímetro 1. α, ηκλ, συχνό-μετρο

frecuentar πρχ φρακάρω σε επαφή με κάποιον ή σε μέρος λόγω μεγάλης συχνότητας

1. ρμ, πηγαίνω συχνά κάπου, συχνάζω, frecuentaban esa discoteca,

φρακάραν= συχνάζανε σε αυτή την ντισκοτέκ

2. κάνω παρέα με κάποιον, συναναστρέφομαι, frecuenta a sus compañeros de universidad,

συναναστρέφεται με τους συμμαθητές του απο το πανεπιστήμιο

frecuentación 1. θ, συχνή επίσκεψη σε μέρος

2. συναναστροφή, παρέα συχνή με κάποιον

frecuentado, da 1. ε, πολυσύχναστος, -η, -o, una cafetería muy frecuentada por mujeres,

μια καφετερία πολυσύχναστη από γυναίκες

frecuentativo, va 1. ε, γλγ, θαμιστικός, -ή, -ó.

frecuente 1. ε, συχνός, -ή, -ó

frecuentemente 1. επρ, συχνά

infrecuencia 1. θ, πρχ ανευ-συχνότητας> σπανιότητα για γεγονός, πράξη,

los accidentes de aviación ocurren con bastante infrecuencia,

τα αεροπορικά ατυχήματα συμβαίνουν με αρκετή α-συχνότητα, σπανιότητα

infrecuente 1. ε, ά-συχνος, -η, -ο> που συμβαίνει, γίνεται λίγο, σπάνιος, -α, -ο,

σποραδικός, -ή, -ό, Los ancianos recibieron visitas infrecuentes de sus parientes en el asilo,

Οι ηλικιωμένοι δεχόντουσαν σπάνιες επισκέψεις από τους συγγενείς τους στο γηροκομείο

fardo πρχ φ-αρδο> μπέρδ-εμα> πράγματα πιεσμένα από ρούχα ή άλλο υλικό σαν μπόγος

1. α, μπόγος, πακέτο, fardo de ropa, de periódicos, μπόγος από ρούχα, περιοδικά

2. μτφ, μεγάλη ποσότητα, δόση από κάτι, σαν μπερδεμένο υλικό

fardón, ona 1. ε, α θ, οικ, μτφ, υτμ, καυχησιάρικος, -η, -o, καυχησιάρης, -α,

φαρδον> φαρδύς ή μπουρδον> σαν να λέει μπούρδες για τον εαυτό του ή πρχ φαν-φάρος

ya está ahí ese fardón presumiendo de guapo,

ήδη είναι εκεί αυτός ο μπούρδας> καυχησιάρης παίζοντας τον όμορφο

2. για κάτι που τραβάει τα βλέμματα, σαν μπούρδα, λαμπερός, -ή, -ό,

¡qué vestido tan fardón! τι λαμπερό φόρεμα!

fardada 1. θ, οικ, πράξη, πράγμα φαρδύ> εντυπωσιακό, μπούρδα για τραβήξω το βλέμμα,

ή φανφαρο-νάδα, se ha comprado una fardada de casa,

αγόρασε ένα σπίτι που βγάζει μάτι

fardel 1. α, πρχ φαρδύ ή μπέρδεμα από ρούχα, άλλο υλικό> μπόγος, πακέτο

Voy a llevar este fardel de ropa a la lavandería,

Θα πάω αυτό το πακέτο με ρούχα στο πλυντήριο

2. μτφ, άτομο ατημέλητο, σαν μπέρδεμα ή μπουρδέλο

3. ταγάρι, (ν)τορβάς, σαν σάκος μπόγος

fárdela 1. θ, μπόγος, δισάκι, σάκος, ταγάρι

2. ορν, παπαγάλος θαλάσσιος

fardería 1. θ, πρχ μπέρδεμα= στοίβα από πακέτα, κούτες

fardar 1. ρα, πρχ λέω, κάνω μπούρδες για να εντυπωσιάσω ή φαν-φαρο-δείχνω, επιδεικνύω, τραβώ την προσοχή, πρχ φαρδαίνω λόγια> το παίζω φαρδύς στους άλλους,

le encanta fardar de coche delante de sus amigos,

τον γοητεύει να επιδεικνύει με το αμάξι μπροστά από τους φίλους του

Desde que Santi adelgazó le gusta fardar en la playa,

Από τότε που ο Σάντι αδυνάτισε, του αρέσει να επιδεικνύεται στην παραλία

2. για πράγμα που τραβάει βλέμματα, τραβώ την προσοχή, βγάζω μάτι,

¡cómo farda esa moto! αυτή η μηχανή βγάζει μάτια!

3. fardar de, οι, μτφ, φαν-φαρο-δείχνω, καυχιέμαι, κομπάζω, σαν μπούρδας ή φαρδύς

El millonario farda de su nuevo y lujoso deportivo,

Ο εκατομμυριούχος κομπάζει με το καινούριο και πολυτελές σπορ αυτοκίνητο του

enfardar 1. ρμ, πρχ εν-φράττω μέσα σε κάτι πράγμα= συσκευάζω, πακετάρω

Esta máquina se usa para enfardar el heno,

Αυτό το μηχάνημα χρησιμοποιείται για να πακετάρει το σανό

2. φτιάχνω μπόγους

enfardelar 1. ρμ, εν-φράττω= φτιάχνω δισάκι, σάκο, ντορβά

2. πρχ εν-φράττω μέσα σε κάτι πράγμα= συσκευάζω, πακετάρω

infarto πρχ εν-φράττω> έμ-φραγμα

1. α, ιατ, έμφραγμα καρδιάς, καρδιακή προσβολή, infarto de corazón

2. έμφραγμα συκωτιού, γάγγλιου, infarto de hígado, ganglio

3. σνθ, infarto cerebral, εγκεφαλικό έμφραγμα

infarto del miocardio, έμφραγμα του μυοκαρδίου

4. εκφ, darle un infarto a alguien, ιατ, παθαίνω έμφραγμα

οικ, μτφ, παθαίνω συγκοπή, εγκεφαλικό από εντυπωσιασμό

de infarto, οικ, μτφ, για έμφραγμα, συγκοπή, εγκεφαλικό, fue una final de infarto,

ήταν ένας τελικός για έμφραγμα, απαγορευμένος για καρδιακούς

sufrir un infarto, παθαίνω έμφραγμα

infartar 1. ρμ, ιατ, πρχ εν-φράττω= προκαλώ έμφραγμα

2. ραντ, ιατ, παθαίνω έμφραγμα

infartado, da 1. ε, ιατ, εμφρακτικός, -ή, -ó

2. α θ, εμ-φραττόμενος= άτομο που έχει υποστεί ένα έμφραγμα

Scroll to Top