HARINA

HARINA= ΠΡΧ ΦΑΡΙΝΑ> ΑΛΕΥΡΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

harina 1. θ, πρχ φαρίνα αλεύρι= αλεύρι

2. άλευρο

3. σνθ, harina con levadura, αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

harina de flor, ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι

harina integral, αλεύρι ολικής άλεσης

4. εκφ, donde no hay harina, todo es mohína, οικ, μτφ, όπου δεν έχει φαρίνα, όλα μούχλα= όπου φτώχια και γκρίνια

eso es harina de otro costal, οικ, μτφ, αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο

(estar) metido en harina, για ψωμί, δεν είναι αφράτο

ή μτφ, είμαι μέσα σε φαρίνα= είμαι παχουλός

ή οικ, μτφ, είμαι μέσα σε φαρίνα= δουλεύω εντατικά

ή οικ, μτφ, είμαι μέσα σε κάτι, δραστηριοποιούμαι σε ένα θέμα

enharinar 1. ρμ, αλευρώνω, El panadero enharinó la tabla antes de colocar la masa,

Ο φούρναρης αλεύρωσε τη σανίδα πριν τοποθετήσει τη ζύμη

harinado 1. α, αλεύρι διαλυμένο στο νερό

harinero, ra 1. ε, αλευρικός, -ή, -ό, la producción harinera, η αλευρική παραγωγή> αλευριού

productos harineros, προϊόντα αλεύρων

2. α θ, μυλωνάς

3. παραγωγός αλεύρων

4. πωλητής, -ια αλεύρων

harinero 1. α, φαρινο-μερος= αποθήκη αλεύρων

harinoso, sa 1. ε, αλευρώδης, -ης, -ες, alimentos hariñosos, προϊόντα αλευρώδη

2. μτφ, με υφή, αλευρώδης, -ης, -ες

harnero 1. α, φαριν-άριο= κόσκινο

farináceo, a 1. ε, αλευρένιος, -ια, -ιο, αλευρώδης, -ης, -ες

farro 1. α, κριθάρι

2. πλιγούρι

3. σιμιγδάλι

fárrago 1. α, πρχ φ-άραγο> φύρα(γη)μα> σύνολο από ιδέες, πράγματα χωρίς συνοχή=

συνονθύλευμα, σωρός, αχταρμάς, su cabeza era un fárrago de datos inconexos,

το κεφάλι του ήταν ένας αχταρμάς από δεδομένα ασύνδετα

farragoso, sa 1. ε, σαν φύραμα = μπερδεμένος, -η, -ο, texto farragoso, κείμενο μπερδεμένο

Scroll to Top