HARAPO= ΠΡΧ ΑΡΑΠΟ> ΧΡΕΠΙ ΡΟΥΧΟ, ΚΟΥΡΕΛΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
harapo πρχ αραπο> χ-ρέπι ρούχου= κουρέλι
1. α, κουρέλι ρούχου ή ρούχο παλιό, φθαρμένο, ¡La mujer vestida de harapos era en verdad la princesa disfrazada, Η γυναίκα ντυμένη με κουρέλια ήταν στην πραγματικότητα η πριγκίπισσα μεταμφιεσμένη
Mi uniforme de la primaria está hecho un harapo,
Η στολή του δημοτικού μου είναι ένα κουρέλι, κουρελιασμένη
2. μτφ, ποτό χαμηλού βαθμού οινοπνεύματος
3. εκφ, ir, andar hecho un harapo, πάω σαν χρέπι= εμφανίζομαι ρακένδυτος, κουρελιάρης
ή είμαι πολύ κουρασμένος
haraposo, sa 1. ε, κουρελιάρης, -α, -ικο, ρακένδυτος, -η, -ο
harapiento, ta 1. ε, κουρελιάρης, -α, -ικο, ρακένδυτος, -η, -o
herpil 1. α, αγρ, μτφ, σα χρέπι, σάκος δίχτυ για μεταφορά
arrapiezo 1. α, πρχ αραπιεθο> χρεπατο= ράκος, κουρέλι ρούχου
2. υτμ, μαγκάκι
desharrapado, da, desarrapado, da πρχ ξε-χρέπωτος
1. ε, ρακένδυτος, -η, -o, κουρελιασμένος, -η, -ο,
Un mendigo desharrapado va pidiendo comida en el metro,
Ένας κουρελιασμένος ζητιάνος ζητάει φαγητό στο μετρό
2. α θ, για άτομο, κουρελής, κουρελού
3. πάμφτωχος, -η, πένης
zarpa πρχ θ-αρπα> αρπάω= νύχι, πρχ αρπάγη
1. θ, νύχι, las zarpas del león, τα νύχια του λιονταριού
2. οικ, ευφ, υτμ, μτφ, βρωμόχερο, ¡no me toques con estas zarpas!,
μην με αγγίξεις με αυτά τα βρωμόχερα!
3. εκφ, echar la(s) zarpa(s) a, sobre algo, a, sobre alguien, οικ, μτφ, ρίχνω τις αρπάγες= νύχια σε κάτι, κάποιον= γραπώνω κάτι, κάποιον, en cuanto vio el juguete, el niño le echó la zarpa,
όταν είδε το παιχνίδι, το παιδί το γράπωσε
ή παίρνω, αρπάζω με πονηριά, βία κάτι, el ladrón le echó la zarpa al bolso de la chica,
ο κλέφτης άρπαξε την τσάντα της κοπέλας
zarpazo 1. α, νυχιά, El gato me dio un zarpazo y me rasguñó la cara,
Η γάτα μου έδωσε μια νυχιά και μου γρατζούνησε το πρόσωπο
2. εκφ, dar, pegar un zarpazo, δίνω μια νυχιά
zarrapastroso, sa, zarrapastrón, ona 1. ε, οικ, πρχ τσατρα-πατρα σε εμφάνιση, ρούχα=
ατημέλητος, -η, -o και βρώμικος, -η, -o
2. α θ, για άτομο, λέτσος, λετσαρία