GRUÑIR

GRUÑIR= ΠΡΧ ΓΚΡΙΝΙΑΖΩ, ΗΧΜ ΓΚΡΟΥ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gruñido 1. α, γκρίνια ατόμου, a ver si algún día cambias los gruñidos por sonrisas,

για να δούμε αν μια μέρα αλλάξεις τις γκρίνιες με χαμόγελα

2. γρυλισμός γουρουνιού, los cerdos recibían la comida con gruñidos de satisfacción,

Τα γουρούνια λάμβαναν το φαγητό με γρυλίσματα ικανοποίησης

3. γρύλισμα σκύλου, los gruñidos del dóberman detuvieron a los ladrones,

Τα γρυλίσματα του Ντόμπερμαν σταμάτησαν τους κλέφτες

gruñir 1. ρα, για άτομο, γκρινιάζω, La vecina se la pasa gruñendo de todo,

Η γειτόνισσα περνάει την ώρα της γκρινιάζοντας για τα πάντα

2. για γουρούνι, σκούζω, γρυλίζω, Los cerdos de la granja no dejaban de gruñir,

Τα γουρούνια στη φάρμα δεν έπαυαν να σκούζουν

3. για σκύλο, γρυλίζω, Mi perro le gruñó al desconocido que se me acercó,

Ο σκύλος μου του γρύλισε στον άγνωστο που με πλησίασε

4. για πόρτα, τρίζω, La puerta está gruñendo, η πόρτα τρίζει

gruñimiento 1. α, γκρίνια ατόμου

2. γρύλισμα, σκούξιμο γουρουνιού

3. γρύλισμα σκύλου

gruñón, ona 1. ε,α θ, γκρινιάρικος, -η, -o, γκρινιάρης, -α

Tengo de vecino a un viejo gruñón que se queja por todo,

Έχω έναν γκρινιάρικο γέρο γείτονα που παραπονιέται για τα πάντα

gruñidor, ra 1. ε, γκρινιάρης, -α, -ικο

2. για ζώο που γρυλλίζει

regruñir 1. ρα, πρχ παρα-γκρινιάζω= γκρινιάζω έντονα

2. γρυλλίζω δυνατά

Scroll to Top