GRUPO= ΠΡΧ ΓΚΡΟΥΠ, ΟΜΑΔΑ, ΠΡΧ ΓΡΑΠΩΝΩ, ΠΡΧ ΚΡΟΣΕ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
grupo 1. α, γκρουπ, ομάδα, σύνολο απο άτομα, ή πράγματα,
los chicos no le aceptan en su grupo, τα αγόρια δεν τον δέχονται στην ομάδα τους
grupo musical, μουσικό γκρούπ
2. σνθ, grupo de cabeza, σε κούρσα, ομάδα που βρίσκεται στην κεφαλή, πελοτόν
grupo de edad, ηλικιακή ομάδα
Grupo de Operaciones Especiales, στρ, Ομάδα Ειδικών Επιχειρήσεων, Ειδικές Δυνάμεις
grupo de riesgo, ιατ, ομάδα κινδύνου
grupo escultórico, τεχ, ομάδα γλυπτών
grupo mixto, πολ, κοινοβουλευτικός σχηματισμός από τη συνένωση μικρών κομμάτων grupo pictórico, τεχ, ομάδα ζωγράφων
grupo teatral, Θεατρική ομάδα.
3. εκφ, el grupo de los ocho grandes, οκν, η ομάδα των G8
en grupo, σε γρούπ, ομαδικά, hicimos una excursión en grupo,
κάναμε μιε εκδρομή σε γκρούπ
subgrupo 1. α, υποομάδα
grupúsculo 1. α, γκρουπούσκουλο
groupie 1. α, γκρούπι
grupeto 1. α, μσκ, γκρουπέτο
grupera 1. θ, ιππ, πρχ γραπ-ιερα= που πιάνει, μαξιλαράκι πίσω από τη σέλα αναβάτη για τη μεταφορά κάποιου φορτίου
2. ουροδέτης
grupal 1. ε, ομαδικός, -ή, -ó, terapia grupal, ομαδική θεραπεία
grupa 1. θ, πρχ γκραπα> καπούλια αλόγου, subir a la grupa de un caballo,
ανεβαίνω στα καπούλια ενός αλόγου
2. εκφ, llevar a grupas, παίρνω καβάλα
montar a la grupa, καβαλικεύω στα καπούλια
volver grupas, γυρίζω τα καπούλια= κάνω πίσω, αλλάζω γνώμη
grupada 1. θ, γκρούπ αέρα= ριπή, ρεύμα αέρα
2. υδάτινο κύμα
3. ιππ, απογειασμός, ανασήκωμα αλόγου στα πίσω πόδια φέρνοντας τα μπροστινά στην
κοιλιά, σαν σήκωμα στα καπούλια
agrupar 1. ρμ, γκρουπάρω άτομα, ζώα, πράγμα, ομαδοποιώ, συνενώνω, συμπεριλαμβάνω, Agrupé los huevos por color, ομαδοποίησα τα αυγά ανα χρώμα,
agrupa a los voluntarios y asígnales diferentes tareas,
ομαδοποίησε τους εθελοντές και αναθέσε τους διαφορετικές εργασίες
la guia agrupa todos los comercios, o οδηγός περιλαμβάνει όλα τα καταστήματα
la red agrupa a veinte emisoras locales, το δίκτυο συνενώνει είκοσι τοπικούς σταθμούς
2. ραντ, γκρουπάρομαι, ομαδοποιούμαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι,
Los vecinos se agruparon a ver cómo los bomberos apagaban el incendio,
Οι γείτονες συγκεντρώθηκαν για να δουν πως οι πυροσβέστες έσβηναν τη φωτιά,
la asociación de vecinos se agrupa esta noche,
το σύλλογος των γειτόνων συγκεντρώνεται απόψε
3. χωρίζομαι σε γκρούπ, ομάδες, los alumnos se agruparon en dos equipos,
οι μαθητές χωρίζονται σε δύο ομάδες
agrupación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του agrupar
2. ομαδοποίηση, ομάδα ατόμων, ζώων, πραγμάτων,
el criterio de agrupación es la edad, το κριτήριο της ομαδοποίησης είναι η ηλικία
La policía desmanteló una agrupación criminal que se dedicaba a asaltar casas
Η αστυνομία εξάρθρωσε εγκληματική ομάδα που ήταν αφιερωμένη στη ληστεία σπιτιών
3. ένωση, agrupación de municipios, ένωση δήμων
4. σύλλογος, σύνδεσμος, agrupación de jóvenes, σύνδεσμος νέων
La agrupación de activistas se reúne cada sábado en este parque,
Η σύλλογος των ακτιβιστών συναντιέται κάθε Σάββατο σε αυτό το πάρκο
5. στρ, γκρούπ απο διάφορα σώματα για αποστολή
agrupamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του agrupar, agruparse
agrupador, ra 1. ε, γκρουπαδορικός, -ή, -ό, ομαδοποιητικός, -ή, -ό, που συνενώνει, συμπεριλαμβάνει
reagrupar 1. ρμ, πρχ περι> ανα-γκρουπάρω άτομα, πράγματα, ανασυγκροτώ, αναδιατάσσω, ανακατατάσσω, επανενώνω, ξανασμίγω, ξανα-ομαδοποιώ κάτι,
Mi profesor me pidió que reagrupara los datos por región,
Ο καθηγητής μου μου ζήτησε να ανασυγκροτήσω τα δεδομένα ανά περιοχή,
los manifestantes disueltos se reagruparon, οι διαλυμένοι διαδηλωτές ανασυγκροτήθηκαν
Los voluntarios se reagruparon para dirigirse a diferentes zonas que necesitaban ayuda,
Οι εθελοντές ανασυγκροτήθηκαν για να κατευθυνθούν σε διάφορες περιοχές που χρειάζονταν βοήθεια
reagrupación 1. θ, ανασύνταξη, ανασυγκρότηση, επανένωση
nuestras tropas tras su reagrupación, intentaron un segundo ataque,
τα στρατεύματά μας μετά την ανασυγκρότηση, επιχείρησαν μια δεύτερη επίθεση
2. σνθ, reagrupación familiar, νομ, οικογενειακή επανένωση,
reagrupamiento 1. α, ανασύνταξη, ανακατάταξη, ανασυγκρότηση, αναδιάταξη
2. σνθ, reagrupamiento familiar, νομ, οικογενειακή επανένωση
grapa πρχ γραπώνω= πιάνω, ηχμ γκραπ
1. θ, συνδετήρας συρραπτικής μηχανής, για χαρτιά, ξύλο,
tienes que comprar grapas de tapicería, πρέπει να αγοράσεις συνδετήρα για ταπετσαρία
2. ατκ, ιατ, λαβίδα, γάντζος
3. κτν, έκζεμα ιγνίας
grapadora 1. θ, συρραπτική μηχανή, συρραπτικό
2. σνθ, grapadora industrial, βιομηχανική συρραπτική μηχανή
grapar 1. ρα, πρχ γραπώνω με συνδετήρα, καρφιτσώνω, συρράπτω,
Grapé el documento original y la fotocopia,
Σύρραψα το πρωτότυπο έγγραφο και τη φωτοτυπία
crupier 1. α θ, κρουπιέρης, -ισσα, επειδή γκρουπάρει τις μάρκες
engrapado 1. α, ατκ, πατούρα
engrapar 1. ρμ, ατκ, συνδέω με πατούρα
croché, crochet 1. α, κροσέ πλέξιμο
2. αθλ, κροσέ σε μποξ
3. εκφ, hacer croché, πλέκω κροσέ
corchete πρχ πρχ απο κροσέ> έννοια αγκύλης, πρχ κοτσα-δόρος> σαν αγκύλη
1. α, αγκράφα, άγκιστρο, κόπιτσα αρσενική, el corchete de la falda, η αγκράφα της φούστας
2. γλγ, αγκύλη, Mi profesor de matemáticas usa corchetes y paréntesis en sus ecuaciones,
Ο δάσκαλός μου στα μαθηματικά χρησιμοποιεί αγκύλες και παρενθέσεις στις εξισώσεις του
3. ξυλ, πρχ κοχλίας
4. τχν, ελατηριωτός συνδετήρας
corcheta 1. θ, κόπιτσα θηλυκή
encorchetar 1. ρμ, βάζω σε αγκύλες
2. πιάνω με άγκιστρο, αγκράφα, κόπιτσα ρούχο, κουμπώνω,
encorchetó las mangas para ajustarlas a las muñecas,
Κούμπωσε τα μανίκια για να τα σφίξει στους καρπούς
3. ατκ, κατ, συνδέω με πατούρα πέτρες
corchea 1. θ, μσκ, όγδοο
2. σνθ, doble corchea, δέκατο έκτο
semicorchea 1. θ, μσκ, πρχ ημι-> διπλή ογδόη
descolchar 1. ρμ, ναυ, χωρίζω τα σχοινιά από τους κάβους, πρχ ξε-κοτσάρω
cloque 1. α, πρχ κλικ= αγκίστρι για ψάρεμα, σαν να κλικάρει το ψάρι