GUA

GUA= ΠΡΧ ΓΚΟΥΑ> ΛΑ-ΚΟΥΒΑ

gua 1. α, παιχνίδι με μπίλιες που πρέπει να βάλεις στη λακκούβα

2. λακκούβα παιχνιδιού

3. οικ, μτφ, μικρό μέρος σαν μικρή λακκούβα

guabirá 1. α, βοτ, δέντρο της οικογένειας των μυρτίδων

guabiyú 1. α, βοτ, είδος μυρτιάς

Scroll to Top