GALERA

GALERA= ΠΡΧ ΓΑΛΕΡΑ ΠΛΟΙΟ, ΠΡΧ ΓΑΛΑΡΙΑ, ΠΡΧ ΓΛΑΡΩΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

galera πρχ γαλέρα πλοίο και οι μεταφορές από το σχήμα της, σαν επίπεδη τάβλα

ή σχήμα γαλαρίας

1. θ, πλοίο γαλέρα, los romanos utilizaban las galeras como navíos de guerra,

οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τις γαλέρες σαν πλοία πολέμου

2. μτφ, άμαξα με κάλυμμα (σαν γαλαρία) για μεταφορά

3. μτφ, σειρά κλινών σε νοσοκομείο, σαν κουπιά γαλέρας

4. ζωλ, κατσαρίδα της θάλασσας, καρκινοειδές της κατηγορίας των στοματόποδων,

5. ξυλ, πλάνη

6. μαθ, γραμμή κλάσματος

7. ορυ, γαλαρία

8. τυπ, πλάκα σελιδοθέτησης ή δοκιμαστική εκτύπωση

9. εκφ, remar en la misma galera, τραβάμε το ίδιο κουπί

galeras 1. θ πλ, μτφ, καταδίκη στην γαλέρα να τραβά κουπί,

Echar a galeras, Condenar a galeras, στέλνω κάποιον στην γαλέρα, στα κάτεργα

galeota 1. θ, ναυ, γαλιότα

galeote 1. α, κατάδικος, κωπηλάτης γαλέρας

galerín 1. α, ναυ, μικρή γαλέρα

2. τυπ, πλάκα στοιχειοθεσίας

galerada 1. θ, φορτίο άμαξας, descargar la galerada, ξεφορτώνω το φορτίο

2. τυπ, διόρθωση ή σελιδοθέτηση

galerero 1. α, αμαξάς, αμαξηλάτης, καρ-αγωγέας

agalerar 1. ρμ, ναυ, δίνω κλίση (γαλαρίας) στα πανιά για να μην μαζεύουν το νερό της βροχής

galeato 1. ε, prologus galeatus, απολογητικός πρόλογος

galeaza 1. θ, ναυ, γαλεάσα, γαλεώνα

galeón 1. α, ναυ, γαλεόνι

galeopiteco α, ζωλ, γαλεο-πίθηκος, ιπτάμενος λεμούριος

lirón 1. α, ζωλ, πρχ γλιρίδα= μουσκαρδίνος, μυωξός

2. βοτ, άλισμα, λάππα

3. οικ, μτφ, κοιμήσης, υπναράς, -ού, πρχ που γ-λαρώνει εύκολα

4. σνθ, lirón careto, ελειός μυς

5. εκφ, dormir como un lirón, οικ, μτφ, κοιμάμαι σαν να (γλαρώνω)= του καλού καιρού

Scroll to Top