GALERÍA= ΓΑΛΑΡΙΑ, ΓΚΑΛΕΡΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Galileo 1. ονο, αστρ, μαθ, Γαλιλαίος
Galilea 1. ονο, ιστ, Γαλιλαία
galileo, a 1. ε, από Γαλιλαία
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Γαλιλαίας
gal 1. α, φσκ, gal
galería 1. θ, στοά, la galería del claustro, η στοά της εσωτερικής αυλής του μοναστηριού
2. γκαλερί, expone sus cuadros en una galería, εκθέτει τους πίνακές του σε μια γκαλερί
3. κορνίζα κουρτίνας
4. θτρ, γαλαρία, εξώστης
5. ορυ, γαλαρία
6. ναυ, γαλαρία
7. σνθ, galería de arte, γκαλερί τέχνης
galería de servicio, υπόγεια στοά σε δημόσια έργα
galería de tiro, στέγαστρο σκοποβολής
galerías 1. θ πλ, στοές εμπορίου, las galerías en el centro, οι στοές στο εμπορικό κέντρο
2. σνθ, galerías comerciales, εμπορικές στοές
galerista 1. α θ, τεχ, γκαλερίστας, γκαλερίστρια
galerístico, ca 1. ε, γκαλεριστικός, -ή, -ό, σχετικός, -η, -ό με γκαλερίστες ή γκαλερί