GALENO

GALENO= ΠΡΧ ΓΑΛΗΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Galeno 1. ονο, Γαληνός

galeno 1. α, μτφ, γιατρός

galénico, ca 1. ε, φρμ, γαληνικός

galenismo 1. α, φρμ, γαληνισμός, γαλήνισμα

galenista 1. α θ, φρμ, γαληνιστής, γαληνίστρια

galeno, na 1. ε, ναυ, γαληναίος, -α, -o, γαληνιαίος, -α, -o

Scroll to Top