GALA= ΠΡΧ ΓΚΑΛΑ> ΕΟΡΤΗ, ΤΕΛΕΤΗ, ΠΡΧ ΓΚΑΛΑΝ> ΓΟΗΣ, ΠΡΧ ΓΑΛΑΝΤΟΜΟΣ, ΠΡΧ ΑΓΑΛΛΩ,
ΠΡΧ ΓΑΛΙ-ΦΗΣ, ΠΡΧ ΡΕΓΑΛΟ, ΠΡΧ ΚΑΛΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
gala πρχ γκαλά> εορτή
1. θ, γκαλά, τελετή, la gala de entrega de premios, η τελετή απονομής των βραβείων
una cena de gala, ένα επίσημο δείπνο
organizaron una gala benéfica, οργάνωσαν μια τελετή φιλανθρωπική
2. μτφ, κίνηση σαν να είμαι σε γκαλά= χάρη, κομψότητα στις κινήσεις σώματος,
se movía, hablaba con gala, κινιόταν, μιλούσε με χάρη
3. μτφ, πρχ τα καλά απο σύνολο, ανθός, αφρόκρεμα, ανφάν γκατέ,
a la ceremonia acudió la gala de la ciudad,
στην τελετή πήγε η αφρόκρεμα της πόλης
4. εκφ, hacer gala de algo, δείχνω κάτι σαν το καλό που έχω, ή επιδεικνύω
tener a gala algo, μτφ, έχω σαν γκαλά>καλό κάτι= καυχιέμαι για κάτι, καμαρώνω
tiene a gala su permanente buena suerte, έχει σαν καύχημα την μόνιμη τύχη του
vestir, ir de gala, είμαι ντυμένος, πάω σαν σε γκαλά= επίσημα
galas 1. θ πλ, πρχ τα καλά ρούχα ή για γκαλά= λουσάτα ρούχα ή στόλισμα, ένδυμα καλό,
los invitados acudieron con sus mejores galas,
οι καλεσμένοι πήγαν με τα καλύτερα τους ενδύματα
2. μτφ, πρχ καλά= κοσμήματα, las costosas galas de los invitados,
τα πανάκριβα κοσμήματα των προσκεκλημένων
engalanar πρχ εν-γκαλά-ρω ή εν-καλο-ντύνω = στολίζω σαν γκαλά κάτι
1. ρμ, ραντ, στολίζω μέρος, engalanaron la plaza para las fiestas,
στόλισαν την πλατεία για τις γιορτές
2. για άτομο, πρχ εν-καλλ-ωπίζω, φτιασιδώνω
3. ναυ, σημαιοστολίζω
galán 1. α, μτφ, πρχ γκαλάν, γόης, καλός εμφανισιακά= ωραίος άνδρας, ωραίο παιδί,
ese galán las enamora a todas, αυτός ο ωραίος άνδρας τις κάνει όλες να τον ερωτευτούν
2. μτφ, άντρας που φλερτάρει, rechazó a todos sus galanes y no se casó,
απόρριψε όλους τους άντρες που την φλέρταραν και δεν παντρεύτηκε
3. κνμ, θτρ, μτφ, ζεν πρεμιέ, πρωταγωνιστής, el galán de la película,
ο ζεν πρεμιέ της ταινίας
4. σνθ, galán de día, βοτ, μπουγαρίνι
galán de noche, βοτ, νυχτο-λούλουδο
galano, na 1. ε, με καλό ντύσιμο σαν σε γκαλά, κομψός, -ή, -ó, πρχ καλον-τυμένος, -η, -ο
¡siempre tan galano, de punta en blanco! πάντα πολύ κομψός, ντυμένος στην τρίχα!
¿dónde irá la moza tan galana? πού θα πάει το κορίτσι τοσο καλοντυμένη;
2. στολισμένος, -ή, -ό, διακοσμημένος, -η, -o, yegua galana, φοράδα στολισμένη
3. για φράση, έκφραση, με καλό ύφος= εξαίρετος, -η, -ο, κομψός, -ή, -ó,
un discurso galano, εξαίρετος λόγος
galanura 1. θ, πρχ γ-καλαν-ουρα> καλον-φορά= κομψότητα εμφανισιακά
2. χάρη ατόμου
galanía 1. θ, κομψότητα
2. χάρη
galancete 1. α, γκαλάν-μικρό= κομψός νεαρός
2. θτρ, γόης= ζεν πρεμιέ
galanamente 1. επρ, πρχ καλον-τυμένα= κομψά
galantear 1. ρμ, πρχ καλον-μιλάω στην γυναίκα ή πράττω σαν γόης= κορτάρω, φλερτάρω,
galantea a las muchachas bonitas, κάνει κόρτε στα όμορφα κορίτσια.
galantear con, κορτάρω με, φλερτάρω με, galanteó con todas las mujeres de la fiesta κόρταρε με όλες τις γυναίκες
2. μτφ, μιλάω καλά για να πετύχω κάτι, el presidente comenzó a galantear con la derecha,
ο πρόεδρος άρχισε να φλερτάρει με την δεξιά
galanteo 1. α, προτάσεις ερωτικές, κόρτε, ερωτοτροπία, πράξεις φλερτ,
consiguió enamorarla con sus galanteos,
κατάφερε να την κάνει να τον ερωτευτεί με τις ερωτοτροπίες του
estoy harta de sus galanteos, απηύδησα με τις ερωτοτροπίες του
galanteador, ra 1. ε, α θ, κορταδόρικος, -η, -ο, που κορτάρει, φλερτάρει, κορτάκιας, ερωτύλος
galantería 1. θ, ευγένεια, su galantería hacia ella la había cautivado por completo,
η ευγένεια του προς αυτήν την είχε αιχμαλωτίσει εντελώς
2. φιλοφρόνηση, γαλαντομία, no me gustan las galanterías,
δεν μου αρέσουν οι γαλαντομίες
galante 1. ε, φιλοφρονητικός, -ή, -ó, γαλαντόμος, -α, -ο σε λόγια,
mantiena una actitud galante hacia las mujeres,
διατηρεί μια γαλαντόμα συμπεριφορά προς τις γυναίκες
2. ιπποτικός, -ή, -ó σε τρόπους, es muy galante y me ayuda a subir la bolsa de la compra,
είναι πολύ ιπποτικός και με βοηθά να ανεβάσω την τσάντα με τα ψώνια
3. λγτ, με θέμα ερωτικό, -ός, -ή, novela galante, μυθιστόρημα ερωτικό
galantemente 1. επρ, με καλόν-τρόπο= ιπποτικά
regalo 1. α, πρχ ρεγάλο, δω-ρο-αγάλλω ή περι-αγάλλω κάποιον= δώρο,
la camisa es de regalo, το πουκάμισο είναι δώρο
2. μτφ, πρχ περι-καλό= άνεση βίου, vive con gran regalo en su mansión,
ζεί με μεγάλη άνεση στο εξοχικό του
3. οικ, μτφ, προϊόν φτηνό σαν χάρισμα, δώρο, ¿una moto por ese precio? ¡es un regalo!
μια μότο σε τέτοια τιμή; είναι χάρισμα!
4. μτφ, πρχ περι-αγάλλω αισθήσεις= απόλαυση, ευχαρίστηση αισθησιακή,
esto es un regalo para la vista, los oídos, el paladar,
είναι απόλαυση για τα μάτια, τα αυτιά, τον ουρανίσκο
sus postres son un regalo para el paladar,
τα επιδόρπια του είναι απόλαυση για τον ουρανίσκο
5. σνθ, regalo de bodas, de cumpleaños, de Navidad δώρο,
γάμου, γενεθλίων, Χριστουγέννων
6. εκφ, darle algo a alguien de regalo, χαρίζω κάτι σε κάποιον
hacer un regalo, κάνω ένα δώρο
regalar 1. ρμ, πρχ δω-ρο-άγω= χαρίζω, δωρίζω, me regalaron un libro,
μου χάρισαν ένα βιβλίο
compras dos y te regalan uno, αγοράζεις δύο και σου χαρίζουν ένα
2. μτφ, περι-αγάλλω τα αυτιά κάποιου, γαλιφιάζω, καλοπιάνω,
deja de regalarme, que así no me vas a convencer,
σταμάτα να με γαλιφιάζεις, διοτι έτσι δεν θα με πείσεις
3. περι-αγάλλω τις αισθήσεις, δίνω απόλαυση, αγάλλομαι, regalarse con una buena comida,
αγαλλιάζομαι με ενα καλό γεύμα
4. περι-αγάλλω εμένα με κάτι, προσφέρω άνεση στον εαυτό μου,
se regaló con un sillón anatómico para su rincón de lectura,
πήρε μια πολυθρόνα ανατομική για την γωνιά της ανάγνωσης του
5. χαρίζω, δωρίζω σε μένα, me he regalado una camisa,
έκανα δώρο στον εαυτό μου ένα πουκάμισο
regalamiento 1. α, χάρισμα, δώρο
regalado, da 1. ε, χαρισμένος, -η, -o, δωρισμένος, -η, -ο, estos libros son regalados,
αυτά τα βιβλία είναι χαρισμένα
2. οικ, μτφ, σαν δώρο, πάμφθηνος, -η, -o, estos abrigos están regalados,
αυτά τα παλτά είναι πάμφθηνα
precios regalados, πολύ χαμηλές τιμές
3. εκφ, no querer algo ni regalado, δεν θέλω κάτι ούτε χαρισμένο,
ούτε χαρισμένο το παίρνω, no quiero esa moto ni regalada,
δεν θέλω αυτην την μοτο ούτε χαρισμένη
salir regalado, μας βγαίνει δωρισμένο= τζάμπα, el viaje nos ha salido regalado,
το ταξίδι μάς βγήκε τζάμπα
regalada 1. θ, μτφ, τα γκαλανάτα άλογα= βασιλικό ιπποστάσιο
regaladamente 1. επρ, για διαβίωση, περι-αγαλλόμενα= άνετα
2. για φαί, περι-αγαλλιασμένα= απολαυστικά, πλουσιοπάροχα
regalón, ona 1. ε, οικ, μτφ, πρχ σαν ρήγας= καλομαθημένος, -η, -ο, καλοθρεμμένος, -η, -ο,
su hijo es un regalón, ο γιός της είναι ένας καλομαθημένος