FUERA

FUERA= ΠΡΧ Φ-ΟΥΕΡΑ> ΘΥΡΑ> ΕΞΩ, ΦΟΡΟΥΜ, ΑΓΟΡΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ditirambo 1. α, λγτ, διθύραμβος

2. λογ, έπαινος υπερβολικός> διθύραμβος, εγκώμιο

paratiroides 1. ε, θ, ανα, παραθυρεοειδής αδένας

tiratrón 1. α, ηκτ, θύρατρον, λυχνία αερίου θερμής καθόδου

tiroidectomía 1. θ, ιατ, θυρεοειδεκτομή

tiroideo, a 1. ε, ανα, θυρεοειδής, -ής, -ές

tiroides 1. α, ανα, θυρεοειδής

tiroiditis 1. θ, ιατ, θυρεοειδίτιδα

tiroxina 1. θ, χημ, θυροξίνη

triforio 1. α, ατκ, τριφόριο

fuera πρχ θύρα= έξω (απο θύρα), αρχαία ελληνική θύρα-θεν (έξω από την πόρτα)

1. επρ, έξω, εκτός, ¡sal fuera! βγες έξω!

hace frío fuera, έξω κάνει κρύο

2. στο εξωτερικό, hace años que vive fuera, εδώ και χρόνια ζει στο εξωτερικό

3. πριν ή μετά χρονικά, εκτός χρόνου, lo presentó fuera de plazo,

το παρουσίασε εκτός προθεσμίας

4. αθλ, εκτός έδρας, este fin de semana nuestro equipo se enfrenta fuera,

αυτό το Σαββατοκύριακο η ομάδα μας παίζει εκτός έδρας

5. επφ, κυρ, μτφ, έξω, ¡fuera de aquí! έξω από δω!

fuera de mi vista! χάσου απ’ τα μάτια μου!

ή σε διαδήλωση, έξω, κάτω, ¡fuera los políticos corruptos! κάτω οι διεφθαρμένοι πολιτικοί!

ή σε θέαμα, όξω, αίσχος, ¡fuera, fuera, fuera! τραγουδάκι, αίσχος, αίσχος, αίσχος!

6. σνθ, fuera de banda, αθλ, εκτός αγωνιστικού χώρου

fuera de juego, οφ-σάιντ

fuera de la ley, εκτός νόμου

fuera de serie, για δημοσίευση, εκτός σειράς, un número fuera de serie,

ένα τεύχος εκτός σειράς

ή για άτομο, πέρα από τα συνηθισμένα, εξαιρετικός, ασυνήθιστος,

un director fuera de serie, ένας ασυνήθιστος σκηνοθέτης

7. εκφ, de fuera, από έξω, el ruido de fuera me molesta, o θόρυβος απ’ έξω με ενοχλεί

ή από το εξωτερικό, me gustan los productos de fuera,

μου αρέσουν τα προϊόντα από το εξωτερικό

ή αθλ, φιλοξενούμενος, el público abucheó al equipo de fuera,

το κοινό γιουχάισε τη φιλοξενούμενη ομάδα

estar fuera, είμαι έξω, εκτός σπιτιού

ή απών, λείπω, είμαι εκτός, estaré toda la tarde fuera, θα λείψω όλο το απόγευμα

por fuera εξωτερικά, por fuera es de color rojo, εξωτερικά είναι κόκκινο

ή σε εμφάνιση, εξωτερικά, por fuera parece muy simpático,

εξωτερικά, φαίνεται πολύ συμπαθητικός

ser de fuera, είμαι ξένος, είμαι από το εξωτερικό ή απο άλλο μέρος, δεν είμαι ντόπιος

fuera de, κυρ, μτφ, εκτός, έξω από, fuera del alcance, απρόσιτος, -η, -o

vivo fuera de la ciudad, μένω εκτός πόλης

ή εκτός από, fuera de eso, pideme lo que quieras, εκτός αυτού, ζήτα μου ό,τι θές

fuera de ti no conozco a nadie aquí, εκτός από σένα, δεν γνωρίζω κανέναν εδώ

estar, poner fuera de sí, είμαι, βγαίνω εκτός εαυτού

fueraborda, fuera borda πρχ έξω απο μπορντ > σκάφος

1. ε, εξωλέμβιος, -α, -o

2. α θ, εξωλέμβιος κινητήρας

3. πλεούμενο με εξωλέμβια

afuera πρχ απο-θυρα

1. επρ, απ-έξω, για χώρο, he dejado la moto afuera, άφησα έξω την μηχανή

desde afuera no se ve nada, από έξω δε φαίνεται τίποτα

για κίνηση, váyase afuera, πηγαίνετε έξω

vengo de afuera, έρχομαι από έξω

2. επφ, έξω! ¡afuera, necesito silencio! έξω, χρειάζομαι σιωπή! για να φύγει απο μέρος

ή να μην είναι ενόχληση

afueras 1. θ πλ, περί-θυρα= εξώτερα πόλης, περίχωρα, προάστια

2. εκφ, las afueras τα προάστια, τα περίχωρα, las afueras de Madrid,

τα προάστια της Μαδρίτης

vive en las afueras, ζει στα περίχωρα

foro πρχ φόρουμ= χώρος συζήτησης, μέρος έξω, πλατεία στην Ρώμη που μίλαγαν δημόσια

1. α, αρχ, αγορά, φόρουμ, Un foro romano era un lugar donde la gente se encontraba para comunicarse y hacer negocios,

Ένα ρωμαϊκό φόρουμ ήταν ένα μέρος όπου ο κόσμος συναντιόνταν για να επικοινωνήσουν και να κάνουν δοσοληψίες

2. φόρουμ για συζήτηση, δημόσια συζήτηση, Se organizará un foro para intercambiar ideas para reducir la violencia urbana, Θα οργανωθεί ένα φόρουμ για την ανταλλαγή ιδεών για τη μείωση της αστικής βίας

3. δικαστήριο, foro público, δημόσιο δικαστήριο

4. δικηγορία

5. θτρ, βάθος σκηνής, φόντο

6. νομ, σύμβαση εμφύτευσης

7. πλφ, φόρουμ για συζήτηση, δημόσια συζήτηση, es un foro de música rock,

Είναι ένα φόρουμ ροκ μουσικής

8. σνθ, foro de debate, βήμα διαλόγου

foro de discusión, πλφ, δικτυακός ιστοχώρος συζήτησης

fórum 1. α, αγορά, φόρουμ διαλόγου ή μέρος που γίνεται φόρουμ, συγκέντρωση

2. πλφ, φόρουμ, βήμα για συζήτηση

forillo 1. α, μικρή αυλαία, σκηνικό

fuero πρχ απο το foro= δικαστήριο, νόμος, πρχ φόρος τιμής> προνόμιο για κάτι

1. α, νομοθεσία, δικαιοδοσία, El delito fue juzgado de acuerdo al fuero militar.

Το έγκλημα δικάστηκε υπό στρατιωτική δικαιοδοσία.

2. ειδικός νόμος, προνόμιο, ειδική ρύθμιση, ασυλία,

La ciudadanía se opone al fuero especial del que gozan algunos políticos,

Οι πολίτες αντιτίθενται στην ειδική ασυλία που απολαμβάνουν ορισμένοι πολιτικοί

3. ιστ, προνόμιο

4. σνθ, fuero civil, eclesiástico, secular, πολιτικό, εκκλησιαστικό, κοσμικό προνόμιο

fuero parlamentario, νομ, βουλευτική ασυλία

fueros municipales, δημοτικά προνόμια

5. εκφ, en mi, tu, su, κλπ, fuero interno, interior, εν θύρα μου, σου, του, της =

στα μύχια της καρδιάς μου, σου, του, της, ενδόμυχα, κατά βάθος,

en mi fuero interior, reconozco que no he obrado honestamente,

κατά βάθος αναγνωρίζω ότι δεν έχω πράξει τίμια

volver por sus fueros , διεκδικώ τα δικαιώματα μου

ή επανακτώ τη θέση, το κύρος που είχα

a fuero, ή al fuero, σύμφωνα με τον νόμο, παράδοση, έθιμο

fueros 1. α πλ, πρχ φόρους τιμής= αλαζονεία, κομπορρημοσύνη, υπερηφάνεια,

no deberías tener tantos fueros, δεν θα έπρεπε να έχεις τόση αλαζονεία

foral 1. ε, που έχει σχέση με τα fueros , προνόμια ή ειδικοί νόμοι

foralidad 1. θ, καθεστώς των fueros, παλαιότερα προνόμια ή ειδικοί νόμοι ορισμένων περιφερειών της Ισπανίας

foralismo 1. α, foralidad

foralista 1. ε, σχετικός,-ή,-ó με τη διατήρηση των fueros

2. α θ, άτομο υπέρ της διατήρησης των fueros

3. ειδικός, -ή σε νομοθεσία των fueros

foralmente 1. επρ, σύμφωνα με τον νόμο

forajido, da 1. ε, α θ, πρχ θυρό-δικος> φυγό-δικος= εκτός νόμου, φυγόδικος

forense πρχ foro= δικαστήριο

1. ε, ιατ, ιατροδικαστικός, -ή, -ó, εγκληματολογικός, -ή, -ó,

informe, médico forense, ιατροδικαστική έκθεση, ιατροδικαστής

2. δικανικός, -ή, -ó, oratoria forense, δικανική ρητορεία

3. α θ, ιατροδικαστής

aforar πρχ αφοραρ> φορο-λογώ> μετράω πόσα φέρει κάτι,

πρχ φ> χ-ωράω για μέρος, δοχείο

1. ρμ, χωράω, μετράω χωρητικότητα, han aforado el local,

έχουν μετρήσει την χωρητικότητα του μέρος

2. μετρώ ποσότητα νερού ανά μονάδα χρόνου, aforar una corriente de agua

3. πρχ φορολογώ εμπόρευμα, aforar las existencias de un almacén,

φορολογώ τα αγαθά μιας αποθήκη

4. φσκ, μετρώ την ποσότητα υγρού με βυθομετρική ράβδο

5. πρχ παραχωρώ φόρο τιμής= προνόμια, el Rey decidió aforar aquella región,

Ο βασιλιάς αποφάσισε να παραχωρήσει προνόμια σε εκείνη την περιοχή

aforo 1. α, χωρητικότητα μέρους σε αριθμό ατόμων, χωρητικότητα δοχείου,

el estadio tiene un aforo de 20 mil personas,

το στάδιο έχει χωρητικότητα 20 χιλιάδων ατόμων

2. πρχ νερο-φορά= ρυθμός ροής, el aforo de un río, o ρυθμός ροής ενός ποταμού

3. φορολόγηση, el aforo de las mercancías, η φορολόγηση των εμπορευμάτων

4. φσκ, χωρητικότητα

aforado, da 1. ε, που απολάμβανε fuero, ιδιαίτερων προνομίων κατά το Μεσαίωνα

2. α θ, άτομο, πόλη ή περιοχή, ιδιαίτερων προνομίων κατά το Μεσαίωνα

aforador 1. α, βυθομετρική ράβδος ποσότητας υγρού

2. εργάτης που μετρά χωρητικότητα

aforamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aforar

2. μέτρηση ποσότητας υγρού

3. φορολόγηση

4. χορήγηση, προνομίων σε άτομο, πόλη, περιοχή, φορολογική απαλλαγή

desaforar 1. ρμ, πρχ αντ-αφαιρώ= αφαιρώ, αποστερώ δικαιώματα, προνόμια, ασυλία,

el tribunal desaforó al ex-ministro por malversación de fondos,

Το δικαστήριο αφαίρεσε την ασυλία του πρώην υπουργού για υπεξαίρεση

2. ραντ, μτφ, πρχ αντι-φέρομαι ή δεν φέρομαι σωστά= ξεπερνώ, υπερβαίνω τα όρια,

ξεφεύγω, παραφέρομαι, la embriaguez le llevó a desaforarse y decir cosas impensables,

Το μεθύσι τον οδήγησε να ξεπεράσει τα όρια και να πει αδιανόητα πράγματα

3. βγαίνω από τα ρούχα μου, παραφέρομαι, se desaforó gritando por la derrota,

βγήκε απο τα ρούχα του φωνάζοντας για την ήττα

desafuero

1. α, υπερβολή, κατάχρηση σε κάτι, εκτός ορίων

2. απρέπεια τρόπου, παρεκτροπή, παραφορά, no toleraré más tus desafueros en esta casa,

Δεν θα ανεχτώ άλλο τις παραφορές σου σε αυτό το σπίτι

3. στέρηση των δικαιωμάτων σε βουλευτή

4. νομ, παράβαση νόμων

desaforado, da

1. ε, υπερβολικός, -ή, -ό, υπέρμετρος, -η, -ο, Su ambición desaforada nos llevó a la ruina,

Η υπέρμετρη φιλοδοξία του μας οδήγησε στην καταστροφή

2. μτφ, οργισμένος, -η, -ο, μανιασμένος, -η, -ό, φοβερός, -ή, -ό,

Los agentes de seguridad trataron de calmar a la multitud desaforada,

Οι αστυνομικοί της ασφάλειας προσπάθησαν να ηρεμήσουν το μανιασμένο πλήθος

3. για άτομο, παθιασμένος, -η, -ο, λυσσώδης, -ης, -ες, παραφερόμενος, -η, -ο

4. για νόμο, παράνομος, -η, -ο

5. α θ, τρελός ή εκτός ορίων, gritar como un desaforado, γκαρίζω, φωνάζω σαν τρελός

comen como desaforados, τρώνε σαν τρελοί, τον περίδρομο

desaforadamente 1. επρ, υπερβολικά, υπέρμετρα, comer desaforadamente,

τρώει υπερβολικά, τον περίδρομο

llorar desaforadamente, κλαίω με μαύρο δάκρυ

2. για θυμό, εξοργισμένα, βίαια, gritar desaforadamente, φωνάζει εξοργισμένα

discutir desaforadamente, διαπληκτίζομαι βίαια

foráneo, a 1. ε, πρχ θυρένιος> έξω απο θύρα, μέρος = ξένος, -η, -o

El gobierno le otorgó el contrato a una empresa foránea,

Η κυβέρνηση ανέθεσε τη σύμβαση σε ξένη εταιρεία

forasta 1. ε, α θ, οικ, ξένος, -η, -o

forastero, ra 1. ε, α θ, ξένος, -η, -o

FORATOM Foro Atómico Europeo 1. α, Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την Ατομική Ενέργεια

huraño, ña 1. ε, μτφ, πρχ θυρένιος, με θύρες κλειστές= απλησίαστος, -η, -o,

κλειστός, -ή, -ό, ακοινώνητος, -η, -ο, μονόχνοτος, -η, -ο,

es muy huraña, no le gustan las reuniones ni las fiestas,

είναι πολύ κλειστή, ακοινώνητη, δεν της αρέσουν οι συγκεντρώσεις ούτε οι γιορτές

forfait 1. α, πρχ φορ-φαιτ> με φόρο φιαχτό= προκαθορισμένη τιμή, κατ’ αποκοπή, πακέτο για διακοπές κ.λπ.

2. εκφ, a forfait κατ’ αποκοπή, συμφωνημένος, οργανωμένος

forofo, fa 1. ε, πρχ φορο-φαν> φαν σε φορουμ> ομάδα= φανατικός, -ή, -ó,

es muy forofo del futból, είναι φανατικός του ποδοσφαίρου

2. α θ, φαν, es una forofa de la escalada, είναι φαν της ορειβασίας

foresta 1. θ, πρχ φορε-στα> φυλλο-στασία = δάσος

forestal 1. ε, δασικός, -ή, -ó, guarda forestal, δασοφύλακας

repoblación forestal, αναπληθυσμός δασικός, αναδάσωση, δάσωση

forestar 1. ρμ, πρχ φυλλο-στατώ= αναδασώνω

forestación 1. θ, αναδάσωση

deforestar 1. ρμ, αποψιλώνω

2. εκδασώνω σε μικρή κλίμακα

deforestación 1. θ, αποψίλωση

2. εκδάσωση σε μικρή κλίμακα

reforestar 1. ρμ, αναδασώνω

reforestación 1. θ, αναδάσωση

.

Scroll to Top