FUGA

FUGA= ΠΡΧ ΦΥΓΗ, ΦΕΥΓΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fuga πρχ φυγή

1. θ, φυγή ατόμου από σπίτι, ίδρυμα, απόδραση από φυλακή,

dos presos participaron en una fuga, δύο φυλακισμένοι συμμετείχαν σε μια απόδραση

un adolescente en fuga, ένας έφηβος σε φυγή, που το έχει σκάσει από το σπίτι του

2. φυγή σαν διαρροή αερίου, υγρού, esa tubería tiene una fuga,

αυτή η σωλήνωση έχει μια διαρροή

4. μφκ, φούγκα

5. σνθ, fuga de capitales, διαρροή, φυγή κεφαλαίων

fuga de cerebros, φυγή εγκεφάλων

fuga de clientes, de empleados, διαρροή πελατών, προσωπικού

fuga de divisas, διαρροή συναλλάγματος

6. εκφ, darse a la fuga, δίνομαι> τρέπομαι σε φυγή

fugarse πρχ είμαι σε φυγή, φ(ε)ύγομαι

1. ραντ, είμαι σε φυγή από κάπου, σπίτι, ίδρυμα, το σκάω, γίνομαι φυγάς από κάπου,

dos alumnos se fugaron del internado, δύο μαθητές το έσκασαν από το οικοτροφείο

los rehenes lograron fugarse, οι όμηροι κατάφεραν να το σκάσουν

2. μτφ, φεύγω με κάποιον, το σκάω μαζί του, se fugó con su secretaria,

το έσκασε με τη γραμματέα του

se ha fugado con el dinero, έχει φύγει, το έσκασε με τα χρήματα

3. αποδρώ από φυλακή, dos presos se han fugado, δύο κρατούμενοι απέδρασαν

4. διαρρέω υγρού, αερίου, el agua se está fugando, το νερό φεύγει= υπάρχει διαρροή νερού

fugacidad 1. θ, φυγή, φευγαλέο χρόνου, μικρή διάρκεια> παροδικότητα, φευγαλέο,

la fugacidad de las vacaciones, το φευγαλέο των διακοπών

fugaz 1. ε, που φεύγει, διαρκεί λίγο, φυγ-ώδης= φευγαλέος, -α, -o, εφήμερος, -η, -o

fugazmente 1. επρ, φευγαλέα, παροδικά, εφήμερα

fugada 1. θ, μτφ, φυγή= ριπή ανέμου

fugitivo, va 1. ε, που φεύγει, διαρκεί λίγο, φευγαλέος, -α, -o, παροδικός, -ή, -ó,

el tiempo fugitivo, ο φευγαλέος χρόνος,

placer fugitivo, παροδική απόλαυση

2. φευγάτος, -η, -ο από κάπου, δραπέτης, δραπετεύων, -ουσα, -ον, είναι σε φυγή,

που δια-φεύγει, το σκάει, La guardia costera no pudo capturar la lancha fugitiva,

Η ακτοφυλακή δεν μπόρεσε να συλλάβει το δραπετεύων σκάφος, που είχε διαφύγει

un ladrón fugitivo, ένας δραπέτης-ληστής

ayudaron a una familia fugitiva de los nazis,

βοήθησαν μια οικογένεια φυγάδων από τους Ναζί

3. α θ, φυγάς, δραπέτης, detuvieron a los fugitivos, έπιασαν τους δραπέτες

fuguillas 1. α, πρχ φευγ-ούλας= νευρόσπαστο, υπερκινητικό άτομο

prófugo, ga 1. ε, πρχ προ-φυγος = δραπετεύων, ουσα, -ον, φυγάς από δικαιοσύνη,

La policía volvió a capturar y meter a la cárcel al preso prófugo,

Η αστυνομία συνέλαβε ξανά και φυλάκισε τον φυγά κρατούμενο

2. α θ, φυγάς, δραπέτης

3. νομ, φυγόδικος

prófugo 1. α, στρ, φυγόστρατος, ανυπότακτος

subterfugio 1. α, πρχ υπο-εκ-φυγή= δικαιολογία, τέχνασμα, πρόφαση έξυπνη για να αποφύγω κάτι, dime la verdad y déjate de subterfugios,

πες την αλήθεια και άσε τις δικαιολογίες

tránsfuga, trásfuga 1. α θ, πολ, μετα-φυγάς= αποστάτης, αποστάτισσα

tránsfugo, trásfugo 1. α, πολ, αποστάτης, αποστάτισσα

transfuguismo, trasfuguismo 1. α, πολ, αποστασία

apófige 1. θ, ατκ, αποφυγή

efugio 1. α, πρχ εκ-φυγή= διαφυγή, δίοδος διαφυγής

refugio 1. α, πρχ περι-φυγιο> καταφύγιο, άσυλο σαν χώρος,

refugio de montaña, καταφύγιο βουνού

2. μτφ, καταφύγιο, su amistad me sirvió de refugio en los momentos difíciles,

η φιλία του μου ήταν σαν καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές

3. σνθ, refugio antiaéreo, αντιαεροπορικό καταφύγιο

refugio antinuclear, πυρηνικό καταφύγιο

refugio atómico, πυρηνικό καταφύγιο

refugio de invierno, χειμερινό καταφύγιο

refugio de montaña, ορεινό καταφύγιο

refugio subterráneo, υπόγειο καταφύγιο

4. εκφ, buscar refugio, αναζητώ καταφύγιο

refugiar 1. ρμ, δίνω καταφύγιο σε κάποιον, refugió a unos pobres en su casa,

έδωσε καταφύγιο σε μερικούς φτωχούς στο σπίτι του

2. ραντ, καταφεύγω κάπου, προφυλάσσομαι, refugiarse de la lluvia,

προφυλάσσομαι από τη βροχή

3. μτφ, καταφεύγω σε κάτι, se refugiaba en la bebida, έβρισκε καταφύγιο στο ποτό

refugiado, da 1. ε, α θ, προσ-φυγικός, -ή, -ό, πρόσφυγας,

Los inmigrantes refugiados, Οι προσφυγικοί μετανάστες

2. σνθ, refugiado político, πολιτικός πρόσφυγας

huir πρχ ουιρ> φ-υγή

1. ρα, δια-φεύγω, το σκάω, el preso ha huido, o κρατούμενος έχει φύγει, το έσκασε

huyó a Grecia, διέφυγε στην Ελλάδα

el presidente huyó con varios millones, o πρόεδρος το έσκασε με πολλά εκατομμύρια

2. μτφ, για χρόνο, φεύγει, κυλάει, las horas huyen, οι ώρες φεύγουν, κυλούν

3. ρμ, αποφεύγω κάποιον, huye al director en cuanto lo ve,

αποφεύγει τον διευθυντή όταν τον δει

últimamente me está huyendo, τον τελευταίο καιρό με αποφεύγει

4. huir de, φεύγω γρήγορα από, ξεφεύγω από κίνδυνο, κάποιον, το σκάω από,

huir del fuego, ξεφεύγω από την φωτιά,

huyó del país, το έσκασε από τη χώρα

los aldeanos huían del incendio, οι χωρικοί έτρεχαν να γλυτώσουν από την πυρκαγιά

5. για άτομα που φεύγουν από κάπου, los jóvenes que huyen de sus hogares,

οι νεαροί που φεύγουν από τα σπίτια τους

6. αποφεύγω κάποιον, κάτι, siempre huyo de la gente, πάντα αποφεύγω τον πολύ κόσμο,

huye de la discusión, αποφεύγει την αντιλογία

huida πρχ φ-ουίδα> φυγή

1. θ, φυγή, διαφυγή σαν πράξη, robaron un coche y emprendieron la huida,

έκλεψαν ένα αμάξι και το έβαλαν στα πόδια

la huida a Egipto, η φυγή στην Αίγυπτο

2. μτφ, φυγή του χρόνου γρήγορη, πέρασμα, la huida de los días,

η φυγή> το γρήγορο πέρασμα των ημερών

3. κατ, εκεί που φεύγει> στέκει το βάρος= κενό, τρύπα σε τοίχο για υποδοχή στηρίγματος

4. ιππ, αιφνιδιαστική παραδρόμηση ίππου

5. σνθ, huida de capitales, φυγή, έξοδος κεφαλαίων

huida hacia adelante, φυγή προς τα εμπρός

huidero, ra 1. ε, πρχ φ-ευγ-αρης= φευγαλέος, -α, -o

huidero 1. α, ορυ, εργάτης ορυχείων που ανοίγει γαλαρίες, για να μπουν υποστηρίγματα

2. πρχ φυγό-μερο= λαγούμι, φωλιά

huidizo, za 1. ε, φευγαλέος, -α, -ο

huido, da 1. ε, σε φυγή, δια-φυγό-μενος, -η, -ο, se busca a tres presos huidos,

καταζητούνται 3 φυλακισμένοι δια-φυγόμενοι> που διέφυγαν

está huido de la justicia, είναι διαφυγόμενος> διαφεύγει της Δικαιοσύνης

2. σε φυγή από οικία, el chico se encuentra huidο de su domicilio desde el martes,

ο νεαρός βρίσκεται σε φυγή, το έσκασε από το σπίτι του την Τρίτη

3. φυγάς, δραπέτης, κάποιος που το σκάει από κάπου, corría como un huido de la justicia,

έτρεχε σαν ένας φυγάς από την δικαιοσύνη

rehuir πρχ περι-φεύγω

1. ρμ, αποφεύγω μια υποχρέωση, κατάσταση, κάποιον,

rehuir un trabajo, αποφεύγω μια δουλειά

está enfadado conmigo, por eso me rehúye,

είναι θυμωμένος μαζί μου, για αυτό με αποφεύγει

2. αποφεύγω μια ματιά, πρόβλημα, rehuir una mirada, un problema

3. αποφεύγω να παραδεχτώ κάτι, intenta rehuir el fracaso culpando a los demás,

προσπαθεί να αποφύγει να παραδεχτεί την αποτυχία κατηγορώντας τους υπολοίπους

4. ραντ, φεύγω, αποχωρώ, se rehuye ante las dificultades, φεύγει απέναντι στις δυσκολίες

rehuida 1. θ, πρχ περι-φυγή= αποφυγή σε κάποιον, κάτι

2. αποφυγή παραδοχής σε κάτι, άρνηση

ahuyentar πρχ αουγιενταρ> φ-υγαδεύω> κάνω να φύγει κάποιος

1. ρμ, προκαλώ φυγή, τρέπω σε φυγή άτομο ή ζώο, τρομάζω,

el sonido de la alarma ahuyentó al ladrón,

ο ήχος του συναγερμού έκανε τους κλέφτες να τραπούν σε φυγή

ahuyentar los lobos con fuego, τρόμαξαν τους λύκους με φωτιά

el fuego ahuyenta las fieras, η φωτιά διώχνει, κρατάει μακριά τα θηρία

3. μτφ, διώχνω, ahuyentar el miedo, los malos pensamientos,

διώχνω τον φόβο, τις κακές σκέψεις

4. ραντ, τρέπομαι σε φυγή

ahuyentador, ra 1. ε, που προκαλεί φυγή, fuego ahuyentador, φωτιά που προκαλεί φυγή

2. μτφ, απεχθής, -ής, -ές, αποκρουστικός, -ή, -ό

ahuyentador 1. α, απεχθές, αποκρουστικό άτομο

Scroll to Top