FUENTE

FUENTE= ΠΡΧ ΦΟΝΤΟ> ΒΥΘΟΣ> ΠΗΓΗ, ΠΡΧ ΦΟΝΤΑΝΙΕΡΑ,

ΗΧΜ ΦΟΥ-ΦΟΥ ΑΠΟ ΡΟΗ ΝΕΡΟΥ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fuente ηχμ φου-φου απο ροή νερού> πηγή, πρχ φόντο βυθού> πηγή,

πρχ φοντανιερα> δίσκος σέρβις ή συντριβάνι

1. θ, πηγή υγρού από την γη, fuente de agua mineral, πηγή μεταλλικού νερού

2. μτφ, πηγή πληροφοριών, Los diccionarios son una fuente de información muy valiosa,

Τα λεξικά αποτελούν μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών

3. σιντριβάνι, κρήνη, tienen una fuente de mármol en el jardín,

έχουν ένα σιντριβάνι από μάρμαρο στον κήπο

4. πρχ φοντανιέρα> δίσκος, πιατέλα για σέρβις, una fuente de verduras,

μια πιατέλα με λαχανικά

ή ποσότητα δίσκου, se comió una fuente de jamón, κατέφαγε μια πιατέλα με χοιρομέρι

5. μτφ, υλικό σαν πηγή που πληροφορεί για κάτι ή πηγή που ξεκινά κάτι,

la Biblia es la fuente de muchas obras medievales,

η Βίβλος είναι η πηγή πολλών έργων μεσαιωνικών,

la falta de higiene es fuente de numerosas enfermedades,

η έλλειψη υγιεινής αποτελεί πηγή διαφόρων ασθενειών

6. τυπ, φόντο για γράμματα= γραμματοσειρά

7. σνθ, fuente bautismal, κολυμπήθρα

fuente de horno, σκεύος για το φούρνο

fuente de infección, ιατ, πηγή μόλυνσης

fuente luminosa, πηγή φωτός, φωταγωγημένο σιντριβάνι

fuente de alimentación, ηκλ, πλφ, τροφοδοτικό ισχύος

fuente de energía ecológica, limpia, οικολογικές, καθαρές πηγές ενέργειας

fuentes oficiales, oficiosas, πηγές επίσημες, ανεπίσημες

fuente sonora, ηχητική πηγή

fuente termal, θερμο-πηγή

8. εκφ, beber en buenas fuentes, πίνω σε= έχω πληροφορίες από αξιόπιστη πηγή

de fuentes fidedignas, από αξιό-πιστες πηγές

Fuenteovejuna 1. ονο, πηγή-προβατική= ένας για όλους και όλοι για έναν

fontículo 1. α, ιατ, πρχ φοντ-ούλι κεφαλιού= πηγή κρανίου, βρέγμα

fontana 1. θ, λγτ, σιντριβάνι, σαν φοντανιέρα το σχήμα

2. πηγή, Lucas sació su sed con el agua cristalina que brotaba de la fontana,

Ο Λούκας έσβησε τη δίψα του με το κρυστάλλινο νερό που έτρεχε από την πηγή

fontanal 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με πηγές

2. α, περιοχή με πολλές πηγές

fontanela 1. θ, ανα, πηγή

fontanero, ra 1. α θ, υδραυλικός, se han tapado las cañerías, llamaré a un fontanero,

έχουν φραχθεί οι σωλήνες, θα φωνάξω υδραυλικό

fontanería 1. θ, υδραυλικές εγκαταστάσεις

2. κατάστημα ή εργαστήριο με υδραυλικά

3. επάγγελμα, τέχνη υδραυλικού

hontanar 1. α, φ-ονταναρ> μέρος όπου αναβλύζουν πολλές πηγές

2. επμ, μτφ, απαρχή για κάτι

Scroll to Top