FRESA

FRESA= ΠΡΧ ΦΡΑΟΥΛΑ, ΦΡΑΓΚΑΡΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fresa 1. θ, βοτ, φράουλα, χαμαικέρασος

2. φυτό φραουλιά

3. μτφ, εκγλύφανο, φρέζα χρυσοχόου, οδοντιάτρου, fresa de orfebre, dentista

4. σνθ, fresa silvestre, αγριοφράουλα ή ορεινή φράουλα

fresa 1. α, χρώμα φραουλί

2. ε, φραουλί, una cortina de tonos fresa, μια κουρτίνα σε τόνο φραουλί

fresal 1. α, φυτεία φράουλας

fresera 1. θ, βοτ, φραουλιά

fresón 1. α, βοτ, φραγκαρία η γνησία ποικιλίας η κηπαία, χαμαικέρασος ο εδώδιμος,

είδος μεγάλης φράουλας

fragaria 1. θ, βοτ, φραουλιά

fraga 1. θ, μτφ, σαν φραγκάρια στην υφή= κακοτράχαλος τόπος

2. θ, βοτ, βατομουριά

Scroll to Top