FRESCO= ΠΡΧ ΦΡΕΣΚΟΣ, ΔΡΟΣΕΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fresca πρχ φρέσκος αέρας, δροσιά
1. θ, δροσιά, φρέσκο αέρα, salir a tomar la fresca, βγαίνω να πάρω φρέσκο αέρα
Si queremos evitar el calor, habrá que empezar la caminata temprano con la fresca,
Αν θέλουμε να αποφύγουμε τη ζέστη, θα πρέπει να ξεκινήσουμε την πεζοπορία νωρίς, με την δροσιά
2. οικ, υτμ, κοπέλα, γυναίκα εύκολη, ελαφρών ηθών,
Sus vecinas dicen que es una fresca, Οι γειτόνισσες της λένε ότι είναι κοπέλα ελαφρών ηθών
3. οικ, αναίδεια, θρασύτητα, Le soltó una fresca a la maestra, por eso la sacó de la clase,
Της αμόλησε μια θρασύτητα στη δασκάλα, οπότε την έβγαλε από την τάξη
4. εκφ, decir, soltar una fresca, cuatro frescas a alguien, τα ψέλνω σε κάποιον,
του λέω τα σχολιανά του
fresco 1. α, δροσιά, δροσερό κρύο, hace fresco, κάνει δροσιά, είναι δροσερά,
Coge una chaqueta, puede que haga fresco fuera,
Πάρε ένα πανωφόρι, μπορεί να κάνει δροσιά έξω
el fresco de la noche, η βραδινή δροσιά
pon las bebidas al fresco, βάλτε τα ποτά σε δροσερό μέρος
2. τεχ, νωπογραφία, los frescos de la iglesia, οι νωπογραφίες της εκκλησίας
3. εκφ, mandar a tomar el fresco, οικ, μτφ, ξαποστέλνω κάποιον, στέλνω να κουρεύεται pintar al fresco, ζωγραφίζω νωπογραφίες
tomar el fresco, απολαμβάνω τη δροσιά
traerle algo a alguien al fresco, οικ, μτφ, του φέρνει δροσιά σε κάποιον=
πολύ που με νοιάζει, σκασίλα μου μεγάλη, me trae al fresco que venga o no,
πολύ που με νοιάζει αν έρθει ή οχι
frescor 1. α, δροσιά, los parques dan frescor en las grandes ciudades,
τα πάρκα δίνουν δροσιά στις μεγάλες πόλεις
fresco, ca 1. ε, δροσερός, -ή, -ó, agua fresca, δροσερό νερό,
viento fresco, δροσερός αέρας,
esta casa es muy fresca, αυτό το σπίτι είναι πολύ δροσερό
2. για τροφή, φρέσκος, -ια, -o, νωπός, -ή, -ó, carne fresca, κρέας φρέσκο,
pescado fresco, φρέσκο ψάρι
3. πρόσφατα φτιαγμένος, φρέσκος, -ια, -o, νωπός, -ή, -ó, pintura fresca, νωπή βαφή
pan fresco, φρέσκο ψωμί
4. μτφ, πρόσφατος, -η, -ο, φρέσκος, -ια, -o, noticias frescas, φρέσκιες ειδήσεις
5. για ρούχα ανάλαφρα, δροσερός, -ή, -ó, una blusa muy fresca, πολύ δροσερή μπλούζα
6. χωρίς κούραση, φρέσκος, -ια, -o, apenas ha dormido y se le ve tan fresco,
μόλις που έχει κοιμηθεί και φαίνεται τόσο φρέσκος
7. για όψη, φρέσκος, -ια, -o, tez fresca, φρέσκια επιδερμίδα
8. μτφ, που δίνει δροσιά, δροσερός, -ή, -ó, un poeta con un estilo fresco,
ένας ποιητής με δροσερό ύφος γραφής
9. οικ, μτφ, ψυχολογικά φρέσκος= χαλαρός, -ή, -ó, no sabe nada y sigue tan fresco,
δε ξέρει τίποτα και συνεχίζει τόσο χαλαρός
10. οικ, μτφ, με φρέσκο χρώμα προσώπου= ε, α θ, ξεδιάντροπος, -η, -ο,
πρχ φ-ρεσκο> θ-ράσος> θρασύς, -εία, -ύ, ¡menudo fresco, se ha ido sin pagar!
τι ξεδιάντροπος, έχει φύγει χωρίς να πληρώσει!
11. οικ, υτμ, με ηθική φρέσκια= έκλυτος, -η, -ο, ασελγής, -ής, -ές σεξουαλικά
12. μτφ, φρέσκος στο σώμα= τροφαντός, -ή, -ό, στρουμπουλός, -ή, -ό, παχουλός, -ή, -ό
13. εκφ, estar, ir alguien fresco, οικ, στέκει, πάει κάποιος σαν φρέσκος στο μυαλό=
είναι νυχτωμένος στο μυαλό ή δεν θα γίνει αυτό που περιμένω, την πατάω,
Si piensas que iré, estás fresco, αν νομίζεις πως θα πάω, την πάτησες, είσαι νυχτωμένος
quedarse alguien tan fresco, οικ, μτφ, μένω ατάραχος, quedó tan fresco con la noticia άκουσε την είδηση και έμεινε ατάραχος
frescote, ta 1. ε, οικ, στρουμπουλός, -ή, -ó, παχουλός, -ή, -ó
frescura 1. θ, φρεσκάδα καιρού
2. φρεσκάδα τροφίμου
3. φρεσκάδα επιδερμίδας
4. μτφ, ξεδιαντροπιά, αδιαντροπιά, θράσος, αναίδεια
frescachón, ona 1. ε, οικ, φρεσκούρα στο σώμα= εύρωστος, -η, -o, ρωμαλέος, -α, -o
frescal 1. ε, ελαφρώς παστωμένος, -η, -o, για τρόφιμο, ψάρι κ.λ.π
frescales 1. α θ, οικ, μτφ, ξεδιάντροπος, -η, -o
2. υτμ, στο σεξ, έκλυτος, -η, -o, ασελγής, -ής, -ές
frescamente 1. επρ, ξεδιάντροπα
2. πρόσφατα, προσφάτως, σαν φρέσκο γεγονός
fresquera πρχ φρεσκ-ιερα> φρεσκο-μέρος 1. θ, κελάρι, οψο-φυλάκιο
fresquero, ra πρχ φρεσκ-αρης 1. α θ, χονδρέμπορος ψαριών και θαλασσινών
refresco 1. α, πρχ περι-φρεσκ-αρω= αναψυκτικό
2. πλφ, φρεσκάρισμα σελίδας, ανανέωση
3. στρ, αναπλήρωση ταλαιπωρημένων μονάδων της πρώτης γραμμής
4. σνθ, refresco de cola, αναψυκτικό τύπου κόλα
refresco de limón, λεμονάδα
refresco de naranja, πορτοκαλάδα
refresco de pantalla, πλφ, ανανέωση οθόνης
refrescar πρχ περι-φρεσκάρω
1. ρμ, φρεσκάρω, δροσίζω με ποτό, αναψυκτικό
2. μτφ, φρεσκάρω ανάμνηση, συναίσθημα, ξαναζωντανεύω
3. πλφ, ανανεώνω
4. ρα, ναυ, φρεσκάρω, αυξάνω την ένταση του ανέμου
5. ραπρ, για καιρό, δροσίζει ¡cómo ha refrescado! πώς δρόσισε!
6. ραντ, δροσίζομαι, φρεσκάρομαι με ποτό, αναψυκτικό
7. δροσίζομαι με τον καιρό
refrescante 1. ε, δροσιστικός, -ή, -ό