FRENTE= ΠΡΧ ΠΡΧ ΠΡΟ-ΤΟΥ> ΜΕΤΩΠΟ, ΦΡΥΔΙ> ΜΕΤΩΠΟ, ΠΡΧ ΦΡΕΝΑ ΜΥΑΛΟΥ= ΜΕΤΩΠΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
frente
1. θ, μέτωπο προσώπου, tiene la frente ancha, έχει το μέτωπο πλατύ
2. σνθ, frente despejada, ευρύ μέτωπο
3. εκφ, arrugar, fruncir la frente, ριγώνω το μέτωπο, συνοφρυώνομαι
frente a frente, πρόσωπο με πρόσωπο
ir con la frente muy alta, βαδίζω με το μέτωπο, κούτελο ψηλά
mirar frente a frente, κοιτάζω στα μάτια, κατά πρόσωπο
frente 1. α, ατκ, πρόσοψη κτιρίου, οικίας, el frente de la casa, η πρόσοψη του σπιτιού
2. στρ, μέτωπο, murió en el frente, σκοτώθηκε στο μέτωπο
¡de frente! εμπρός μαρς!
3. μετ, μέτωπο, un frente cálido, frío, ένα θερμό, ψυχρό μέτωπο.
4. εκφ, frente por frente, αντι-κριστά
hacer frente a algo, alguien, αντι-μετωπίζω κάποιον, κάτι, έρχομαι αντιμέτωπος
hacer, formar frente común, κάνω μέτωπο από κοινού
frente a, πρχ φρε-ντε> προ-του σε κάτι
1. πρθ, απέναντι, έναντι από, για χώρο, te espero frente a la facultad,
σε περιμένω έναντι της σχολής
2. ενώπιον, μπροστά σε κάτι, estamos frente a una revelación,
βρισκόμαστε ενώπιον μιας αποκάλυψης
3. αντίθετα, frente al día nublado de ayer, hoy tiene sol,
αντίθετα με τη χθεσινή συννεφιά, σήμερα έχει λιακάδα
al frente 1. εκφ, επρ, μπροστά, dar un paso al frente, να κάνουν ένα βήμα μπροστά
al frente de 1. στο μέτωπο του= επικεφαλής, está al frente del negocio,
βρίσκεται στο μέτωπο της= επικεφαλής της διαπραγμάτευσης
de frente 1. εκφ, επρ, για θέση, κατά πρόσωπο, ανφάς,
hazle una foto de frente, τράβηξε τον μια φωτογραφία ανφάς
2. για κίνηση, πρόσωπο με πρόσωπο, μετωπικά, los coches chocaron de frente,
τα αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μετωπικά
3. για άμεση λύση, με αποφασιστικότητα, κατά μέτωπο,
abordaron el problema de frente, αντιμετώπισαν το πρόβλημα κατά μέτωπο
en frente 1. εκφ, επρ, για χώρο, απέναντι, φάτσα, hay una farmacia en frente,
έχει ένα φαρμακείο απέναντι
en frente de 1. εκφ, επρ, απέναντι από, la escuela está en frente de mi casa,
το σχολείο είναι απέναντι από το σπίτι μου
enfrentar πρχ εν-προ-του> αντι-μετωπίζω, θέτω μέτωπο σε κάτι, κάποιον
1. ρμ, αντιμετωπίζω, La policía enfrentó al sospechoso tan pronto como lo encontró,
Η αστυνομία αντιμετώπισε τον ύποπτο μόλις τον βρήκε
Debes enfrentar tus problemas y no enterrar la cabeza en la arena,
Πρέπει να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου και να μην χώνεις το κεφάλι σου στην άμμο
2. θέτω κάποιον, κάτι έναντι σε άλλον, άλλο, βάζω με φάτσα προς, έχω μέτωπο, βλέπω,
Enfrentamos las piezas de ajedrez antes de jugar,
Θέτουμε αντιμέτωπα τα πιόνια του σκακιού πριν παίξουμε
tienes que enfrentar la planta a la ventana, πρέπει να θέσεις μέτωπο το φυτό στο παράθυρο
Nuestra casa enfrenta a la plaza del pueblo, Το σπίτι μας βλέπει στην πλατεία της πόλης
3. θέτω αντιμέτωπους άτομα, ομάδες κοινωνικές για κάτι, βάζω ενάντια,
La guerra civil enfrentó a muchos hermanos, Ο εμφύλιος έβαλε πολλά αδέρφια μεταξύ τους
la propiedad de unos terrenos enfrentó a los vecinos del pueblo,
η ιδιοκτησία μερικών εδαφών έφερε αντιμέτωπους τους γείτονες του χωριού
4. ραντ, έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον για κάτι, el equipo del Real se enfrentó con Barca,
η ομάδα της Ρεάλ ήρθε αντιμέτωπη με την Μπάρτσα
5. αντιμετωπίζω μια κατάσταση, πρόβλημα, εχθρό,
Brasil se enfrenta a graves problemas económicos,
η Βραζιλία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα οικονομικά
enfrentado, da 1. ε, σε θέση αντιμέτωπη, αντικριστός, -ή, -ó,
dos casas enfrentadas, δυο σπίτια αντικριστά
2. μτφ, για άτομα, αντιμέτωπος, -η, -o, αντιτιθέμενος, -η, -o,
mantienen opiniones enfrentadas, έχουν αντίθετες γνώμες
enfrentamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του enfrentar
2. σύγκρουση, αντιπαράθεση για άτομα, ομάδες κοινωνικές,
me ignoró en la fiesta pero no quería provocar un enfrentamiento,
με αγνόησε στο πάρτι αλλά δεν ήθελα να προκαλέσω αντιπαράθεση
3. αθλ, αναμέτρηση
4. σνθ, enfrentamiento armado, στρ, ένοπλη αναμέτρηση
enfrente 1. επρ, σε χώρο, θέση, απέναντι, vive enfrente, μένει απέναντι
2. για αντιπαράθεση, κόντρα, ενάντια, εναντίον, tiene a todos enfrente,
έχει όλο τον κόσμο εναντίον του
afrontar 1. ρμ, αντιμετωπίζω κάτι, κάποιον, afronta la situación con calma,
αντιμετωπίζει την κατάσταση με ηρεμία
Debes afrontar tus miedos, Πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου
2. φέρνω μέτωπο με μέτωπο, σε αντιπαράθεση, afrontó a los dos testigos,
έφερε σε αντιπαράθεση τους δύο μάρτυρες
3. φέρνω αντιμέτωπο, La ronda final del torneo afrontó a los rivales,
Ο τελευταίος γύρος του τουρνουά έφερε αντιμέτωπους τους αντιπάλους
afrontamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του afrontar
afrontado, da 1. ε, αντιμέτωπος, -η, -o
confrontar πρχ συν-μετωπίζω= φέρνω μέτωπο με μέτωπο
1. ρμ, αντιπαραβάλλω, συγκρίνω πράγματα, confrontar el original con la copia,
συγκρίνω το αυθεντικό με την κόπια
2. για άτομα, φέρνω αντιμέτωπους για να συζητήσουν, αποδείξουν τις θέσεις τους, confrontaron a los testigos, συν-μετώπισαν= εξέτασαν τους μάρτυρες κατ’ αντιπαράσταση
3. ραντ, confrontarse con, έρχομαι σε αντιπαράθεση, έρχομαι αντιμέτωπος με,
se confrontó con sus padres, ήρθε αντιμέτωπος με τους γονείς του
confrontación 1. θ, αντιπαράθεση, σύγκριση πραγμάτων
2. αντίθεση ατόμων σε συζήτηση
3. σύγκρουση
enfrontar 1. ρμ, αντιμετωπίζω
afrentar πρχ προσβάλλω το μέτωπο σε κάποιον
1. ρμ, λερώνω το κούτελο, ατιμώνω, ταπεινώνω, προσβάλλω,
sus falsas acusaciones le han afrentado, οι ψευδείς κατηγορίες τον έχουν ατιμώσει
Jorge se disculpó con Claudia después de afrentarla,
Ο Χόρχε ζήτησε συγγνώμη από την Κλαούντια αφού την προσέβαλε
2. ραντ, χαμηλώνω το μέτωπο= κοκκινίζω, ντρέπομαι, afrentarse de, por,
ντρέπομαι για κάποιο πράγμα, se afrentaba por su pasado,
χαμήλωνε το μέτωπο= ντρεπόταν για το παρελθόν του
No deberías afrentarte nunca por dar tu opinión si es respetuosa,
Δεν θα έπρεπε να ντρέπεσαι ποτέ που δίνετε τη γνώμη σας, εάν είναι σεβαστική
afrenta 1. θ ατίμωση, ντροπή, προσβολή, χλευασμός, περιφρόνηση,
Su comentario racista fue una afrenta para la comunidad afroamericana,
Το ρατσιστικό σχόλιό του ήταν προσβολή για την αφροαμερικανική κοινότητα
afrentoso, sa 1. ε, προσβλητικός, -ή, -ó, Su comportamiento fue totamente afrentoso,
Η συμπεριφορά του ήταν εντελώς προσβλητική
2. ατιμωτικός, -ή, -ό, εξευτελιστικός, -ή, -ó
3. ντροπιαστικός, -ή, -ό, ταπεινωτικός, -ή, -ó
refrentar 1. ρμ, τχν, πρχ περι-μετωπίζω κάτι στον τόρνο= τορνεύω, κατεργάζομαι επιφάνεια
refrentado 1. α, τχν, πλανάρισμα σε τόρνο, κατεργασία επιφάνειας
frontal 1. ε, ανα, σχετικό με μέτωπο, μετωπιαίος, -α, -ο, Músculos frontales, μύς μετωπιαίοι
2, σε μέρος, μπροστινός, -ή, -ό, μετωπικός, -ή, -ó, balcón frontal, μπαλκόνι μπροστινό
3. μτφ, μετωπικός, -ή, -ό, oposición frontal, μετωπική αντιπαράθεση
frontal 1. α, ατκ για βωμό, frontal de altar, κατώτερο τμήμα πρόσοψης
2. ανα, μετωπιαίος
3. σνθ, frontal extraíble, de radio, casete, για ράδιο, κασέτα, αποσπώμενη πρόσοψη
frontal 1. θ, πδφ, μεγάλη περιοχή, σαν μέτωπο
frontalmente 1. επρ, μετωπικά, los 2 coches chocaron frontalmente,
τα δυο αμάξια συγκρούσθηκαν μετωπικά
frontalera 1. θ, προμετωπίδα για άλογο, frontalera de caballo
frontero 1. α, αρχ, μαξιλαράκι που στο μέτωπο των μωρών για προστασία απο πτώση
frontil 1. α, μαξιλαράκι στα βόδια κατά το όργωμα, μεταξύ μετώπου και λουριού για να μην πληγώνονται
frontis 1. α, ατκ, πρόσοψη
2. αθλ, τοίχος όπου παίζεται η βασκική πελότα
frontispicio 1. α, προμετωπίδα βιβλίου
2. ατκ, πρόσοψη ή αέτωμα
frontón 1. α, αθλ, μέρος όπου παίζεται η βασκική πελότα
ή τοίχος σε γήπεδα που παίζεται παραλλαγή της βασκικής πελότας
2. ατκ, μετώπη
3. σνθ, frontón quebrado, ατκ, διακεκομμένο αέτωμα
frontera 1. θ, μτφ, μέτωπο μεταξύ 2 χωρών = σύνορα, μεθόριος,
la frontera entre Grecia y Serbia, τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας
2. μτφ, όρια, la frontera entre el bien y el mal, τα όρια μεταξύ καλού και κακού
frontero, ra 1. ε, αντικριστός, -ή, -ó, απέναντι σε χώρο,
La obra en construcción frontera a mi casa es una verdadera molestia,
Το εργοτάξιο απέναντι στο σπίτι μου είναι μια πραγματική ενόχληση
frontero 1. α, προσκέφαλο για παιδί
fronterizo, za 1. ε, παραμεθόριος, -α, -o, ciudad fronteriza, παραμεθόρια πόλη
2. με κοινό σύνορο, όμορος, -η, -o, el estado de Alaska es fronterizo con Canadá,
η πολιτεία της Αλάσκας είναι όμορη με τον Καναδά
transfronterizo, za 1. ε, δια-συνοριακός, -ή, -ó