ESCARCEO= ΠΡΧ ΕΣ-ΚΑΡΣΕΟ> ΣΚΡΑΤΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escarcear 1. ρμ, πρχ ξε-σκαρτάρω= διαλέγω από πατάτες σε χωράφι τις πιο χοντρές
escarceo πρχ σκρατς, σκέρτσο, σκίρτημα ερωτικό
1. α, απόπειρα, tras algunos escarceos en el cine decidió volver a la televisión,
μετά από κάποιες κινηματογραφικές απόπειρες αποφάσισε να γυρίσει στην τηλεόραση
2. περιπέτεια, Su marido está en la cárcel y ella tiene un escarceo con el prota,
Ο σύζυγος της είναι στη φυλακή και εκείνη έχει μια περιπέτεια με τον πρωταγωνιστή
3. ναυ, σκρατς θάλασσας= παφλασμός, el viento provocó continuos escarceos en la bahía,
Ο άνεμος προκάλεσε συνεχείς παφλασμούς στον κόλπο
4. εκφ, escarceo amoroso, ερωτική περιπέτεια, sus escarceos amorosos son famosos,
οι ερωτικές του περιπέτειες είναι διάσημες
escarceos 1. α πλ, μτφ, σκρατς λεκτικά για κάτι= περιττολογίες,
sus escarceos retóricos sobre el tema nos dejaron indiferentes,
οι ρητορικές περιττολογίες του για το θέμα μας άφησαν αδιάφορους
2. απότομη μεταβολή, περιστροφές
3. εκφ, hacer escarceos, στριφογυρίζω