ESCARA= ΠΡΧ ΕΣΧΑΡΑ, ΠΡΧ ΑΣΚΟ> ΑΣΚΗ-ΜΟ, ΑΙΣΧΟΣ, ΣΙΧΑ-ΜΑ, ΠΡΧ ΑΣΚΟΡΒΙΚΟ,
ΠΡΧ ΣΚΑΡΙΦΩ, ΣΚΑΛΙΖΩ, ΣΚΑΒΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escara 1. α, ιατ, πρχ εσχάρα, εφελκίδα
escariar ρμ, τχν, πρχ περνάω με σχάρα= λειαίνω εσωτερική επιφάνεια,
ή διευρύνω, στρογγυλεύω τη μεταλλική οπή, τη διάμετρο σωλήνα
escariado 1. α, τχν, διεύρυνση μεταλλικής οπής, διαμέτρου σωλήνα
escariador 1. α, τχν, αποξέστης, εργαλείο διεύρυνσης οπών, αλεζουάρ
escarificar 1. ρμ, ιατ, σκαριφίζω, σκαριφώ στο δέρμα
2. σκαλίζω την γή, εκχερσώνω για να αναπνεύσει το χώμα
3. ραντ, χαράσσομαι
escarificación 1. θ, σκαριφησμός, αναμόχλευση
escarificador, ra 1. α θ, εκχερσωτής
escarificador 1. α, αγρ, σβάρνα, αναμοχλευτήρας, βωλοκόπος
escarizar 1. ρμ, ιατ, ξ-εσχαρίζω= αφαιρώ εσχάρα, εφελκίδα
escarioso, sa 1. ε, βοτ, φολιδωτός, -ή, -ό.
escarótico, ca 1. ε, ιατ, εσχαρωτικός, -ή, -ó
escarótico 1. α, ιατ, εσχαρωτικός
escarbadero 1. α, πρχ σκαβο-μερο= μέρος όπου σκάβουν, κυλιούνται τα ζώα
2. κυλίστρα για αγριόχοιρο, escarbadero de jabalí,
escarbadientes 1. α, πρχ σκαβο-δόντια= οδοντο-γλυφίδα
escarbaorejas 1. α, πρχ σκαριφώ ή σκαβο-αυτιά= ωτο-γλυφίδα, μπατονέτα
escarbar πρχ σκαριφώ, σκαρφίζω, ψιλο-σκάβω
1. ρμ, σκαλίζω, ξύνω επιφάνεια, la gallina escarba la tierra,
η κότα σκαλίζει το έδαφος
2. σκάβω, ανασκάπτω, κάνω γούβα, τρύπα,
el perro no dejaba de escarbar buscando su hueso,
ο σκύλος δεν σταμάταγε να σκάβει για να βρεί το κόκκαλο του
3. μτφ, ανασκάβω υπόθεση, ερευνώ, está escarbando en mi pasado,
κάθεται και σκάβει, ερευνά το παρελθόν μου
4. συνδαυλίζω για φωτιά, Escarba la lumbre antes de que se apague,
συνδαύλισε την φωτιά προτού σβήσει
5. ρα, σκάβω, el perro escarbaba, το σκυλι έσκαβε
6. σκαλίζω δόντια, αυτιά, deja de escarbarte los oídos, σταμάτα να σκαλίζεις τα αυτιά σου
7. μτφ, ερευνώ, ψάχνω, Escarbé en viejos periódicos esperando encontrar información,
Έψαξα σε παλιές εφημερίδες ελπίζοντας να βρω πληροφορίες
El periodista escarbó en la vida personal del actor,
Η δημοσιογράφος ερεύνησε στην προσωπική ζωή του ηθοποιού
8. ραντ, σκαλίζω, ξύνω, δόντια, αυτιά
escarbo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του escarbar
2. σκάλισμα επιφάνειας, ξύσιμο
3. σκάψιμο
4. μτφ, έρευνα, ψάξιμο υπόθεσης, ζωής, παρελθόν
asco πρχ ασκη-μη αίσθηση για κάτι, κάποιον, πρχ αίσχος> αηδία, πρχ ασκο> σίχα-μα
1. α, αίσθηση αηδίας για κάτι σε γεύση, όσφρηση, όψη, σιχαμάρα,
Mi marido siempre cambia el pañal de nuestro bebé con asco,
Ο άντρας μου αλλάζει πάντα την πάνα του μωρού μας με αηδία
2. μτφ, άσκημη αίσθηση, αηδία, Me miró con asco cuando le dije que la había engañado,
Με κοίταξε με αηδία όταν της είπα ότι την είχα απατήσει
3. ανακατέμα στομαχιού, en el primer mes de embarazo tuvo muchos ascos,
Τον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης είχε πολλά ανακατέματα
4. οικ, μτφ, πθμ για έμφαση, ασκη-μο-, παλιο-, ¡qué asco de vida! τι παλιο-ζωή!
¡qué asco de tiempo! τι ασκη-μο-καιρος> παλιόκαιρος!
5. εκφ, coger, cobrar, tomar asco a algo, a alguien, με πιάνει σιχαμάρα με κάτι, κάποιον, cogí asco a las ostras y ya no ni verlo, σιχάθηκα τα όστρακα και τώρα ούτε να τα δω
dar asco, δίνει αηδία= αηδιάζω, φέρνω, προκαλώ αηδία, le dan asco las ostras,
του φέρνουν αηδία τα όστρακα
hacer ascos a, μτφ, κάνω αίσχος σε> αισχύνω κάτι= δείχνω περιφρόνηση για κάτι,
κάνω το δύσκολο, el tonto hizo ascos a su proposición,
Ο ανόητος περιφρόνησε την πρότασή του
no hacer ascos a, δεν λέω όχι σε, no le haría ascos a un buen plato,
δεν θα έλεγα όχι σε ένα καλό πιάτο
hecho un asco, οικ, φιαγμένο ενα αίσχος= πολύ βρώμικο,
se puso las manos hechas un asco arreglando el coche,
Έκανε τα χέρια του μια αηδία φτιάχνοντας το αυτοκίνητο
¡qué asco! τι αηδία!
que da asco, μτφ, που δίνει σίχαμα= αξιοθρήνητος, άθλιος, canta que da asco,
τραγουδά άθλια
ser un asco, οικ, μτφ, είναι ενα αίσχος= δεν αξίζει μία, είναι μηδενικό,
για άτομο, es un asco de persona, αυτό το άτομο είναι ένα μηδενικό
για πράγμα, este libro es un asco, αυτό το βιβλίο δεν αξίζει μία
για βρωμιά, είμαι βρώμικος, esta habitación es un asco, αυτό το δωμάτιο είναι βρώμικο
για κατάσταση, πλήξη, ταλαιπωρία, es un asco arreglar la casa,
είναι σκέτη ταλαιπωρία να συμμαζέψω το σπίτι
ascosidad 1. θ, asquerosidad
asquear 1. ρμ, πρχ αισχύνομαι απο κάτι= νιώθω σιχαμάρα, αηδιάζω,
su actitud me asquea, η στάση του με αηδιάζει
Como vegetariana, la idea de comer carne la asquea,
Ως χορτοφάγος, η σκέψη να φάει κρέας την αηδιάζει
2. ραντ, πρχ νιώθω σιχαμάρα πνευματική, πλήττω, μπουχτίζω, βαριέμαι,
me asquean las fiestas con mucha gente, με πλήττουν οι γιορτές με πολύ κόσμο
3. asquearse de, σιχαίνομαι, se asqueó de la vida, σιχάθηκε τη ζωή του
asquerosamente 1. επρ, σιχαμερά, αηδιαστικά, αποκρουστικά,
se comporta asquerosamente, έχει αηδιαστική συμπεριφορά
asqueroso, sa
1. ε, που φέρνει σίχαμα, αηδιαστικός, -ή, -ó, σιχαμερός, -ή, -ó,
es asqueroso de ver, είναι αηδιαστικό στην όψη
una cucaracha asquerosa, μια κατσαρίδα σιχαμερή
tu habitación está asquerosa, το δωμάτιό σου είναι σίχαμα, αχούρι
Encontré unas papas podridas en la despensa. ¡Estaban asquerosas!
Βρήκα μερικές σάπιες πατάτες στο ντουλάπι. Ήταν αηδιαστικές!
2. αποκρουστικός, -ή, -ό, No creo que a tu mamá le guste esa película. Dicen que tiene escenas muy asquerosas, Δεν νομίζω στη μαμά σου να αρέσει αυτή η ταινία. Λένε ότι έχει πολύ αποκρουστικές σκηνές
3. που νιώθει σίχαμα, αηδιασμένος, -η, -ο, σιχασιάρης, -α, -ικο,
no come casi nada, es muy asqueroso, δεν τρώει σχεδόν τίποτα, είναι πολύ σιχασιάρης
4. μτφ, σιχαμερός, -ή, -ό, απαίσιος, -α, -o, es un asqueroso que disfruta molestarnos,
Είναι ένας σιχαμερός που απολαμβάνει να μας ενοχλεί
5. α θ, για άτομο, σίχαμα, son unos asquerosos, είναι σιχαμένοι
6. μτφ, κακό άτομο, άτιμος, -η, -o, πανούργος, -α, -o, es un asqueroso, solo miente,
είναι άτιμος, μόνο ψεύδεται
asquerosidad 1. θ, μτφ, σίχαμα, αηδία, αίσχος, El comportamiento de Fernando con sus colegas mujeres es una verdadera asquerosidad, deberían despedirlo,
Η συμπεριφορά του Fernando με τις συναδέλφους του είναι μια πραγματική αηδία,
Θα έπρεπε να τον διώξουν
2. για κατάσταση, esta habitación está hecha una asquerosidad,
αυτό το δωμάτιο είναι σκέτη αηδία
3. βρωμιά, ρυπαρότητα, αηδία, ¿Qué es esa asquerosidad que hay en el piso?
Τι είναι αυτή η αηδία που υπάρχει στο πάτωμα;
4. εκφ, τι σίχαμα απο… ¡qué asquerosidad de…! ¡qué asquerosidad de comida!
τι απαίσιο φαγητό!
είναι ενα σίχαμα… ser una asquerosidad de…
es una asquerosidad de película, η ταινία είναι σκέτη αηδία
ascórbico, ca 1. ε, χημ, ασκορβικός, -ή, -ó, ácido ascórbico, ασκορβικό οξύ
ascospora 1. θ, βοτ, ασκοσπόριο