ESCARCHA

ESCARCHA= ΠΡΧ ΕΣ-ΚΑΡ-ΤΣΑ> ΖΑ-ΧΑΡ-ΙΤΣΑ> ΖΑΧΑΡΩΝΩ, ΠΡΧ ΚΡΟΥΣΤΑ ΠΑΓΟΥ, ΠΑΧΝΗ,

ΠΡΧ ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

escarcha 1. θ, πάχνη, παγετός, Las hojas están cubiertas de escarcha,

Τα φύλλα είναι καλυμμένα με παγετό

escarchado, da 1. ε, σπεπασμένος, -η, -o με πάχνη

2. ζαχαρωμένος, -η, -o

3. μαγ, καραμελωμένος, -η, -o

ή με κρούστα ζάχαρης για γλυκά

escarchar πρχ κρου-στάρω

1. ραπρ, πέφτει πάχνη, Va a escarchar esta noche, Θα πέσει πάχνη απόψε

2. ρμ, καλύπτω κάτι με υλικό σαν πάχνη

3. ζαχαρώνω ποτό

4. μαγ, καραμελώνω φρούτο, γλασάρω, El chef me enseñó a escarchar frutas,

Ο σεφ με έμαθε πώς να γλασάρω με φρούτα

ή καλύπτω με κρούστα από ζάχαρη

escarchado 1. α, κρυστάλλωση ζάχαρης

2. ύφασμα κεντημένο με χρυσή ή ασημένια κλωστή

3. γλασέ, os he preparado un escarchado de naranjas,

σας έφτιαξα καραμελωμένο πορτοκάλι

Scroll to Top