ESCAPARATE= ΠΡΧ ΚΑΠΑΡΩΤΟ ΓΥΑΛΙ> ΒΙΤΡΙΝΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escaparate πρχ καπαρωτό μέρος με γυαλί> βιτρίνα μαγαζιού
1. α, βιτρίνα, le gusta salir a mirar escaparates, του αρέσει να βγαίνει να κοιτάει βιτρίνες,
Si las prendas en el escaparate no tienen precio, es porque son muy costosas,
Αν τα ρούχα στη βιτρίνα δεν έχουν τιμή, είναι γιατί είναι πολύ ακριβά
2. βιτρίνα σπιτιού, προθήκη, guardaba su colección de trofeos en un escaparate,
φύλαγε τη συλλογή με τα τρόπαια μέσα σε μια προθήκη
3. μτφ, βιτρίνα κάποιου
4. μτφ, βιτρίνα, La exposición universal es un escaparate para todos los países,
η παγκόσμια έκθεση είναι μια βιτρίνα για όλες τις χώρες
5. εκφ, ir de escaparates, πάω να χαζέψω βιτρίνες
escaparatismo 1. α, διακόσμηση βιτρίνας
escaparatista 1. α θ, διακοσμητής, -ια βιτρίνας