EROS= ΠΡΧ ΕΡΩΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Eros 1. ονο, μυθ, Έρως
erótica 1. θ, λγτ, ερωτισμός
2. μτφ, ερωτισμός για κάτι > έλξη του χρήματος, εξουσία, γοητεία, σαγήνη,
la erótica del poder, η γοητεία της εξουσίας
erótico, ca 1. ε, ερωτικός, -ή, -ό
erotismo 1. α, ερωτισμός
eróticamente 1. επρ, ερωτικά, ερωτικώς
erotizar 1. ρμ, δίνω ερωτικό χαρακτήρα σε κάτι, ερωτοποιώ, ερωτίζω,
Algunas publicidades son muy obvias en su afán de erotizar el producto que buscan vender,
Ορισμένες διαφημίσεις είναι πολύ εμφανείς στην επιθυμία τους να ερωτίσουν το προϊόν που επιδιώκουν να πουλήσουν
erotomanía 1. θ, ιατ, ερωτομανία
erotómano, na 1. ε, α θ, ιατ, ερωτομανής, -ής, -ές
erógeno, na 1. ε, ερωτογόνος, -ος, -o
Erasmo 1. ονο, Έρασμος
2. εκφ, Erasmo de Roterdam, Έρασμος του Ρότερνταμ.
ERASMUS 1. α, εκπ, ERASMUS