ERARIO

ESTIMAR= ΠΡΧ ΕΣΤΙΜΑΡ> ΕΚ-ΤΙΜΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

estimar πρχ εκ-τιμώ

1. ρμ, εκτιμώ σε αξία, τιμή, αξιολογώ, αποτιμώ, υπολογίζω,

han estimado los daños en 5.000 euro, έχουν εκτιμήσει τις ζημιές σε 5000 ευρώ

2. μτφ, εκτιμώ άτομο, πράξη, σέβομαι, έχω εκτίμηση σε κάποιον,

sus compañeros le estiman mucho, οι συνάδελφοι του τον εκτιμούν πολύ

Sara estima mucho a su profesor por haberle enseñado todo lo que sabe ahora,

Η Σάρα εκτιμά πολύ τη δασκάλα της που της έμαθε όλα όσα ξέρει τώρα

3. εκτιμώ πως πρέπει να γίνει κάτι, θεωρώ, κρίνω, estiman necesarias las medidas,

θεωρούν αναγκαία τα μέτρα,

estimo necesario subir los precios, κρίνω, εκτιμώ ως αναγκαίο να ανεβούν οι τιμές

4. νομ, estimar una petición, αξιολογώ ένα αίτημα

5. ραντ, έχω αυτοεκτίμηση, estimate un poco más, ¡eres muy duro contigo mismo!

εκτίμησε τον εαυτό σου λίγο παραπάνω, είσαι πολύ σκληρός με τον εαυτό σου!

se estima en poco, δεν έχει πολλή αυτοεκτίμηση

6. για αξία, εκτιμώμαι, υπολογίζομαι, el coste se estima en unos mil euros,

το κόστος εκτιμάται σε χίλια ευρώ

7. εκφ, que se estime, που έχει αυτοσεβασμό, ninguna mujer que se estime se vestiría asi,

καμιά γυναίκα με αυτοσεβασμό δεν θα ντυνόταν έτσι

estimación 1. θ, εκτίμηση αξίας, τιμής, υπολογισμός,

la estimación de los gastos, η εκτίμηση των εξόδων

2. εκτίμηση για κάτι, πρόβλεψη, estimación de voto, πρόβλεψη ψήφου, μεταδημοσκόπηση 3. οκν, σε φόρους, εκτίμηση, αξιολόγηση, estimación presupuestaria,

εκτίμηση του προϋπολογισμού

4. εκτίμηση ατόμου, σεβασμός, siento mucha estimación por él,

νιώθω πολύ σεβασμό για αυτόν

5. σνθ, estimación de una demanda, νομ, αξιολόγηση αιτήματος

6. εκφ, hacer una estimación de algo, κάνω μια εκτίμηση

según estimación común, κατά κοινή ομολογία, παραδοχή

estimado, da 1. ε, για αξία, τιμή, εκτιμώμενος, -η, -o, los beneficios estimados,

τα εκτιμώμενα κέρδη

2. για άτομο, αξιότιμος, -η, -ο, αξιοσέβαστος, -η, -o, un profesor muy estimado,

ένας πολύ αξιοσέβαστος καθηγητής

3. σε γράμμα, κάρτα, αξιότιμος, -η, -ο, αγαπητός, -ή, -ó, estimado señor, amigo,

αξιότιμε κύριε, αγαπητέ φίλε

inestimado, da 1. ε, υποτιμημένος, -η, -o

2. ανεκτίμητος, -η, -ο, ανυπολόγιστος, -η, -ο

estima 1. θ, εκτίμηση ατόμου, σεβασμός, Me gané la estima de mis colegas con mi trabajo,

Κέρδισα την εκτίμηση των συναδέλφων μου με δουλειά μου

2. ναυ, πρχ στίγμα

3. εκφ, ganarse la estima de alguien, κερδίζω την εκτίμηση, το σεβασμό κάποιου

tener a alguien en gran, alta estima, έχω κάποιον σε= τρέφω μεγάλη εκτίμηση για κάποιον

Mis padres tienen en gran estima a mi mejor amigo,

Οι γονείς μου τρέφουν μεγάλη εκτίμηση τον καλύτερο μου φίλο

estimabilidad 1. θ, εκτιμότητα ατόμου= ιδιότητα του αξιότιμου, αξιοσέβαστου

estimabilísimo, ma 1. ε, εκτιμότατος= πολύ αξιότιμος, -η, -ο, αξιοσέβαστος, -η, -ο

estimable 1. ε, που εκτιμάται σε αξία, τιμή, υπολογίσιμος, -η, -ο, αξιολογίσιμος, -η, -o,

daños estimables en millones de euros, ζημιές που υπολογίζονται σε εκατομμύρια ευρώ

2. εκτιμήσιμος σαν άτομο, άξιος σεβασμού, αξιότιμος, -η, -ο, αξιοσέβαστος, -η, -o,

un profesor estimable ένας αξιοσέβαστος καθηγητής

3.για ποσότητα, νούμερο, που εκτιμάται> υπολογίζεται σαν πολύ= σημαντικός, -η, -ο,

υπολογίσιμος, -η, -ο, αξιοσημείωτος, -η, -o, pérdidas estimables, σημαντικές ζημιές

cantidad estimable de regalos, ποσότητα σημαντική δώρων,

una estimable cantidad de gente, ένας αξιοσημείωτος αριθμός ανθρώπων

inestimable 1. ε, ανυπολόγιστος, -η, -ο, ανεκτίμητος, -η, -ο

estimativa 1. θ, πρχ εκτιμητική ικανότητα σε άτομο= κρίση

2. ένστικτο ζώου

3. φλφ, εκτιμητική αξιών

estimativo, va 1. ε, εκτιμητικός, -ή, -ό, αξιολογικός, -ή, -ó, υπολογιστικός, -ή, -ó

2. εκτιμώμενος, -η, -ο, El valor estimativo de la propiedad, Η εκτιμώμενη αξία του ακινήτου

existimativo, va 1. ε, πρχ εξ-εκτιμητικός> σαν εκτίμηση= εικαζόμενος, -η, -o,

θεωρούμενος, -η, -o

desestimar πρχ δεν-εκτιμώ σωστά κάτι, κάποιον

1. ρμ, υποτιμώ, αψηφώ, περιφρονώ, desestimó el peligro, αψήφησε τον κίνδυνο

2. δεν εκτιμώ σαν καλό κάτι= απορρίπτω, αντιπαρέρχομαι,

No desestimes a Miguel solo porque es más joven, tiene mucha experiencia,

Μην απορρίπτεις τον Miguel μόνο και μόνο επειδή είναι νεότερος, έχει μεγάλη εμπειρία

3. δεν εκτιμώ= απαξιώνω, desestima todas sus opiniones, απαξιώνει όλες τις απόψεις του

4. νομ, απορρίπτω αίτημα, demanda, han desestimado mi demanda,

απέρριψαν την αίτησή μου

desestimación, desestima 1. θ, υποτίμηση ατόμου, περιφρόνηση, απαξίωση

2. απόρριψη αιτήματος, προσφοράς

3. νομ, απόρριψη αίτησης

sobreestimar, sobrestimar 1. ρμ, πρχ υπερεκτιμώ, has sobreestimado su fuerza,

έχεις υπερεκτιμήσει την δύναμη του

sobreestimación, sobrestimación 1. θ, υπερεκτίμηση

subestimar 1. ρμ, πρχ υπεκτιμώ αξία σε κάποιον, κάτι, υποτιμώ,

es un error subestimar el trabajo de los colaboradores,

είναι ενα λάθος να υποτιμάς την δουλειά των συνεργατών

2. ραντ, υποτιμώ τον εαυτό μου

subestimación 1. θ, υποτίμηση αξίας ατόμου, πράγματος

éneo, a 1. ε, λγτ, μπρούτζινος, -η, -o, ορειχάλκινος, -η, -o

orín 1. α, πρχ σκ-ωριαν= σκωρία, σκουριά

alambre πρχ σ-υρμα> αραμβρε> αλαμβρε, πρχ σαν καλάμι> σύρμα, πρχ καλούμπα> σύρμα

1. α, σιδερένιο σύρμα, el equilibrista caminaba sobre un alambre,

Ο σχοινοβάτης περπάτησε σε ένα σύρμα,

Hay alambre de púas alrededor de la prisión,

Γύρω από τη φυλακή υπάρχουν αγκαθωτά συρματοπλέγματα

2. μεταλλικό σύρμα

3. σνθ, alambre de púas, de espino, espinoso, αγκαθωτό συρματόπλεγμα

4. εκφ, ser un alambre, είμαι ενα σύρμα= αδύνατος σαν στέκα

alambrera πρχ πλεγμ-ιερα

1. θ, προστατευτικό τζακιού, alambrera de chimenea

2. πλέγμα μεταλλικό

3. προστατευτικό κάλυμμα από πυκνό πλέγμα για τρόφιμα

alámbrico, ca 1. ε, συρματένιος, -α, -ο, με μεταλλικό σύρμα

2. ενσύρματος, -η, -o

inalámbrico, ca 1. ε, ασύρματος, -η, -o για τηλέφωνο, μικρόφωνο, ποντίκι η/υ,

teléfono, micrófono, ratón inalámbrico

inalámbrico 1. α, ασύρματο τηλέφωνο

alambrista 1. α θ, μτφ, σχοινοβάτης, σχοινοβάτισσα

alambrón 1. α, τχν, ράβδος όλκησης, χονδρόσυρμα

alambrar 1. ρμ, πρχ πλεγματίζω= περιφράσσω έδαφος με συρματόπλεγμα

2. κλείνω με συρματόπλεγμα παράθυρο

alambrada 1. θ, περίφραξη με συρματόπλεγμα

2. δικτυωτό συρματόπλεγμα

3. σνθ, alambrada de espino, de púas, περίφραξη με αγκαθωτό συρματόπλεγμα

alambrado, da 1. ε, για έδαφος, περιφραγμένος, -η, -o με λείο ή αγκαθωτό συρματόπλεγμα

2. για παράθυρο, κλεισμένος, -η, -ο, με δικτυωτό συρματόπλεγμα

alambrado 1. α, τοποθέτηση περίφραξης με συρματό-πλεγμα

2. εκφ, μτφ, saltar el alambrado, σαλτάρω το πλέγμα= κάνω το μεγάλο βήμα

Scroll to Top