ERRAR= ΠΡΧ ΕΡΡΩ> ΑΡΧ ΒΑΔΙΖΩ ΛΑΘΟΣ, ΠΡΧ Π-ΟΡΕΥΟΜΑΙ ΛΑΘΟΣ, Σ-ΥΡΟΜΑΙ ΛΑΘΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
error πρχ αρχ έρρω> βαδίζω λάθος, πρχ π-αρα ή σ-ύρομαι λάθος, πρχ π-ορεία λάθος
1. α, λάθος σκέψη ή κρίση, estás en un error si piensas que ha sido él,
είσαι σε λάθος σκέψη αν πιστεύεις πως αυτός ήταν
2. λάθος λόγος ή πράξη, aquella compra fue un gran error,
εκείνη η αγορά ήταν ενα μεγάλο λάθος
3. πλφ, σφάλμα, el programa está repleto de errores,
το πρόγραμμα είναι πλήρες απο σφάλματα
4. μαθ, σφάλμα
5. σνθ, error de bulto, εξόφθαλμο λάθος
error de cálculo λάθος υπολογισμού
error de imprenta, τυπογραφικό λάθος
error de máquina, de copia, λάθος δακτυλογράφησης, πληκτρολόγησης
error tipográfico, τυπογραφικό λάθος
error humano, ανθρώπινο λάθος
error no forzado, στο τένις, λάθος χωρίς πίεση
6. εκφ, cometer, incurrir en un error, κάνω, διαπράττω λάθος
estar en un error, κάνω, έχω λάθος, σφάλλω
levantar un error, ανακαλύπτω, βρίσκω ένα λάθος
sacar a alguien del, de su error, βγάζω κάποιον από την πλάνη του
salvo error u omisión, εξαιρούμενων λαθών και παραλείψεων.
yerro 1. α, επμ, λάθος, σφάλμα, culpó a otro de su yerro,
κατηγόρησε τον άλλο για το λάθος του
2. εκφ, enmendar, deshacer un yerro, επανορθώνω ένα σφάλμα
erróneo, a 1. ε, λανθασμένος, -η, -o, εσφαλμένος, -η, -o, λάθος,
datos erróneos, εσφαλμένα δεδομένα,
apreciación, respuesta errónea, λανθασμένη εκτίμηση, απάντηση
sería erróneo no proceder, θα ήταν λάθος να μην προχωρήσουμε
erróneamente 1. επρ, λανθασμένα, λάθος, εσφαλμένα
errata 1. θ, τυπογραφικό λάθος, παρόραμα
2. λάθος σε χειρόγραφο
3. σνθ, errata tipográfica, τυπογραφικό λάθος, παρόραμα
errático, ca πρχ που παρα-σύρεται εύκολα, αλλάζει
1. ε, ασταθής, -ής, -ές, ευμετάβλητος, -η, -ο, άστατος, -η, -ο,
για ζωή, συμπεριφορά, απόφαση, vida, conducta, decisión,
2. χρμ, ασταθής, -ής, -ές
3. γωλ, τυχαίος, -α, -o
4. ιατ, διαλείπων, -ουσα, -ον, ακανόνιστος, -η, -ο
erráticamente 1. επρ, κυρ, που βαδίζει χωρίς π-ορεία σταθερή, σ-υρόμενα, απ-όρευτα
2. μτφ, που ξεπ-ορεύεται εύκολα, αλλάζει, ασταθώς, ακανόνιστα
errabundo, da 1. ε, κυρ, μτφ, πρχ που π-ορεύεται, σ-ύρεται απο δω κι απο κει,
σ-υρο-βαίνων= περιπλανώμενος, -η, -o, lleva una vida errabunda,
έχει μια ζωή περιπλανώμενη
errante 1. ε, πρχ σ-υρομενο= περι-πλανώμενος, -η, -ο, περι-φερόμενος, -η, -ο
tribu errante, φυλή περιφερόμενη
erradamente 1. επρ, λανθασμένα
2. παραπλανητικά
errar πρχ π-αρα> πορεύομαι λάθος ή λαθεύω σε κάτι
1. ρμ, αστοχώ για στόχο, el adivino erró sus pronósticos,
o μάντης αστόχησε, λάθεψε στα προγνωστικά του
2. παίρνω λάθος δρόμο
3. κάνω, επιλέγω λάθος
4. ρα, περιπλανώμαι, περιφέρομαι, γυρίζω άσκοπα,
erraba por las calles sin saber dónde iba a pasar la noche,
περιφερόταν στους δρόμους χωρίς να ξέρει που θα πέρναγε την νύχτα
erraron de pueblo en pueblo, περιφέρονταν από χωριό σε χωριό
5. μτφ, πλανώμαι, αφήνω την σκέψη, φαντασία, προσοχή να σ-ύρεται απο δω κι εκεί,
pensamiento, imaginación, atención, erraba entre sus fantasías,
πλανιώταν μεταξύ των φαντασιών του
6. κάνω λάθος, σφάλλω, intenta no errar, προσπάθησε να μην κάνεις λάθος
7. αστοχώ σε βολή, apunta bien, no yerres σημάδεψε καλά, μην αστοχήσεις.
8. εκφ, errar es humano, πρμ, τα λάθη είναι ανθρώπινα
quien mucho habla mucho yerra, πρμ, όποιος μιλάει πολύ, σφάλλει και πολύ
errado, da 1. άστοχος, -η, -o σε βολή
2. για επιχείρημα, λογική, λανθασμένος, -η, -o, εσφαλμένος, -η, -o, λάθος
3. για δρόμο, πορεία, λανθασμένος, -η, -ο, λάθος
4. λανθασμένος, -η, -o, εσφαλμένος, -η, -o, λάθος,
tienes 5 respuestas acertadas y cinco erradas,
έχεις 5 απαντήσεις εύστοχες και 5 λανθασμένες
5. εκφ, estar errado, κάνω, έχω λάθος
aberrar 1. ρα, πρχ απ> ξε-πορεύω απο το κανονικό, σύνηθες, παρεκκλίνω,
el diseñador intenta de aberrar de las actuales tendencias creadoras,
ο σχεδιαστής προσπαθεί να παρρεκλίνει απο τις τωρινές δημιουργικές τάσεις
aberración 1. θ, παρεκτροπή, παρεκκλίνουσα συμπεριφορά
2. αστρ, βιο, εκτροπή
3. σνθ, aberración cromática, φσκ, χρωματική εκτροπή
aberración cromosómica, χρωμοσωμική ανωμαλία
aberración esférica, φσκ, σφαιρική εκτροπή
aberrante 1. ε, πρχ ξε-πορεύων= παρεκκλίνων, -ουσα, -ον