EQUIPO

EQUIPO= ΠΡΧ ΕΚΙ-ΠΟ> Γ-ΚΡΟΥΠ= ΟΜΑΔΑ ΑΤΟΜΩΝ, ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ,

ΠΡΧ ΣΚΙΠΕΡ> ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΞΟΠΛΙΖΕΙ ΣΚΑΦΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

equipo πρχ εκιπο> γ-κρουπ= ομάδα και τις μεταφορές τους

1. α, ομάδα ατόμων, equipo olímpico de waterpolo, ολυμπιακή ομάδα υδατοσφαίρισης,

equipo de fútbol, ποδοσφαιρική ομάδα

2. ομάδα ατόμων με ειδικότητα, equipo de especialistas, ομάδα από ειδικούς

3. πρχ εκ-ιπο> εξ-οπλισμός, κιτ ή γκρουπ από πράγματα αναγκαία για κάτι,

equipo de primeros auxilios, εξοπλισμός πρώτων βοηθειών

4. σχολικά είδη

5. εξοπλισμός στρατιώτη

6. αθλ, εξοπλισμός αθλητικός

7. σνθ, equipo ascensor, αθλ, ομάδα ασανσέρ

equipo filial, αθλ, θυγατρικό σωματείο

equipo local, visitante, γηπεδούχος, φιλοξενούμενη ομάδα

equipo de extinción de incendios, εξοπλισμός κατάσβεσης πυρκαγιάς

equipo de oficina, εξοπλισμός γραφείου

equipo de rescate, εξοπλισμός διάσωσης

equipo de sonido, ηχο-σύστημα, σύστημα HíFi

equipo de novia, προικιά της νύφης

8. εκφ, caerse, estrellarse con todo el equipo, οικ, μτφ, αποτυχαίνω παταγωδώς

equipier 1. αθλ, α θ, μέλος γκρουπ= συμπαίκτης, -ια

coéquipier 1. α, σε ποδηλασία, συν-αθλητής, -ια, αθλητής, -ια σε ίδια ομάδα με άλλους

equipar 1. ρμ, εξοπλίζω, δίνω γκρουπ> σύνολο από τα αναγκαία για κάτι σε άτομο,

equipar a los niños para el colegio, έδωσε στα παιδιά τα αναγκαία για το σχολείο

2. εξοπλίζω κάτι, han equipado la fábrica con un moderno sistema de alarma,

εξόπλισαν το εργοστάσιο με ένα μοντέρνο σύστημα συναγερμού

El estado decidió equipar a la policía antidisturbios con chalecos antibalas

Το κράτος αποφάσισε να εξοπλίσει τις ομάδες καταστολής ταραχών με αλεξίσφαιρα γιλέκα

3. ραντ, εξοπλίζομαι, Los comandos se equiparon con gafas de visión térmica,

Οι κομάντος εξοπλίστηκαν με θερμικά γυαλιά όρασης

equipamiento 1. α, εξοπλισμός σαν πράξη ή εξοπλισμός, αναγκαία για κάτι,

Los jugadores tienen que traer su propio equipamiento para jugar el partido,

Οι παίκτες πρέπει να φέρουν τον δικό τους εξοπλισμό για να παίξουν το παιχνίδι

2. αυτ, εξοπλισμός, El equipamiento de lujo del carro no está incluido en el precio,

Ο πολυτελής εξοπλισμός του αυτοκινήτου δεν περιλαμβάνεται στην τιμή

3. σνθ, equipamiento de serie, αυτ, εξοπλισμός

equipamiento opcional, αυτ, προαιρετικός εξοπλισμός

equipaje 1. α, αποσκευές, Se perdió mi equipaje en el aeropuerto,

Χάθηκαν οι αποσκευές μου στο αεροδρόμιο

2. ναυ, γκρουπ ατόμων= πλήρωμα

3. σνθ, equipaje de mano, χειρ-αποσκευές

4. εκφ, hacer el equipaje, κάνω τις βαλίτσες μου

ligero de equipaje, λάιτ από> με λίγες αποσκευές

Scroll to Top