EPI

EPI= ΠΡΧ ΕΠΙ, ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

epéndimo 1. α, ανα, επένδυμα

épica 1. θ λγτ επική ποίηση

2. σνθ, épica culta, λόγια επική ποίηση

épicamente 1. επρ με επικό τρόπο

épico, ca 1. ε, επικός, -ή, -ó, una victoria épica, μια νίκη επική,

2. λγτ, επικός, -ή, -ó

3. α θ, επικός ποιητής, επική ποιήτρια

epicardio 1. α, ανα, επικάρδιο

epicarpio 1. α, βοτ, εξωκάρπιο

epicea 1. θ, βοτ, ερυθρελάτη

epicedio 1. α, λγτ, επικήδειος

epiceno 1. α, γρμ, επίκοινο όνομα

epicentro 1. α, γωλ, επίκεντρο

epiceyo 1. α, λγτ, επικήδειος

epiciclo 1. α, αστρ, επίκυκλος

epicicloidal 1. ε, μχν, αστρ, επικυκλοειδής, -ής, -ές

epicráneo, a 1. ε, ανα, επικράνιος, -α, -ο

epicráneo 1. α, ανα, επικράνιο

Epicteto 1. ονο, Επίκτητος

epicureismo 1. α, φλφ, επικουρισμός

epicúreo, a 1. ε, α θ, επικουρικός, -ή, -ó

Epicuro 1. ονο, Επίκουρος

Epidauro 1. ονο, Επίδαυρος

epidemia 1. θ, κυρ, μτφ, επιδημία

epidémico, ca 1. ε επιδημικός, -ή, -ó

epidemiología 1. θ, ιατ, επιδημιολογία

epidemiológico, ca 1. ε, ιατ, επιδημιολογικός, -ή, -ó

epidemiólogo, ga 1. α θ, επιδημιολόγος

epidérmico, ca 1. ε, ανα, επιδερμικός, -ή, -ó

epidermis 1. θ, ανα, επιδερμίδα

2. εκφ, tener la epidermis fina, sensible, έχω λεπτεπίλεπτη, ευαίσθητη επιδερμίδα

epidermización 1. θ, ιατ, επιδερμοποίηση

epidiascopio 1. α, φσκ επιδιασκόπιο

epidiáscopo 1. α, φσκ επιδιασκόπιο

epidídimo 1. α, ανα, επιδιδυμίδα

epidural 1. θ, επισκληρίδιος, επισκληρίδιος αναισθησία

epifanía 1. θ, επιφάνεια

2. εκφ, la Epifanía del Señor, θρη, τα Άγια Θεοφάνεια

epifenómeno 1. α, επιφαινόμενο

epifilo 1. α, βοτ, επίφυλλος

epífisis 1. θ, ανα επίφυση

epifitia 1. θ, βοτ, επιφυτία

epifonema 1. θ, λγτ, επιφώνημα

epigástrico, ca 1. ε, ανα, επιγαστρικός, -ή, -ó

epigastrio 1. α, ανα, επιγάστριο

epigénesis 1. θ, βιο, επιγένεση

epigeo, a 1. ε, βοτ, υπέργειος, -α, -o

epigina 1. θ, επιγύνιο

epiglotis 1. θ, ανα, επιγλωττίδα

epigonismo 1. α, επιγονισμός

epígono 1. α, επίγονος

epígrafe 1. α, επιγραφή σε πέτρα, μέταλλο

2. επιγραφή σε χωρίο, κεφάλαιο, περιοδικό, εφημερίδα

3. εκφ, bajo el epígrafe de, με, υπό τον επιγραφή

epigrafía 1. θ, επιγραφική

epigráfico,ca 1. ε, επιγραφικός, -ή, -ó

epigrafista 1. α θ, επιγραφολόγος

epigrama 1. α, ποι, επίγραμμα

epigramatario, ria 1. ε, ποι, επιγραμματικός, -ή, -ó

epigramatario 1. α, συλλογή επιγραμμάτων

epigramático, ca 1. ε, ποι, επιγραμματικός, -ή, -ó

epigramatista, epigramista 1. α θ, επιγραμματοποιός

epilepsia 1. θ, ιατ, επιληψία

epiléptico, ca 1. ε, α θ, επιληπτικός, -ή, -ó

epileptiforme 1. ε, ιατ, επιληπτοειδής, -ής, -ές

epilobio 1. α, βοτ, επιλόβιο

epilogar 1. ρμ, επιλογίζω, γράφω επίλογο, El editor me sugirió epilogar el libro con algunas reflexiones acerca del futuro, Ο εκδότης μου πρότεινε να επιλογίσω το βιβλίο με κάποιες σκέψεις γύρω απο το μέλλον

2. μτφ, συνοψίζω, συμπεραίνω, ολοκληρώνω, ανακεφαλαιώνω

epilogación 1. θ, επίλογος

epilogismo 1. α, αστρ, υπολογισμός

epílogo 1. α, επίλογος σε βιβλίο, γεγονός

2. αθλ, τέλος αγώνα, empataron en el epílogo del partido,

ισοφάρισαν στο τέλος του αγώνα

epímero 1. α, βιο, επιμερές

epinicio 1. α, επινίκιο άσμα

epiplón 1. α, ανα, επίπλουν

epiquerema 1. α, φλφ, επιχείρημα

epiqueya 1. θ, νομ, επιείκεια

epirogénesis 1. θ, γωλ, ηπειρογένεση

epirota 1. ε, α θ, ηπειρωτικός, -ή, -ó, Ηπειρώτης, -ισσα

episcopado 1. α, θρη, το επισκοπικό αξίωμα

2. επισκοπεία

3. επισκοπάτο

episcopal 1. ε, θρη, επισκοπικός, -ή, -ό

episcopaliano, na 1. ε, α θ, θρη, επισκοπικός, -ή, -ó,

μέλος εκκλησίας διοικούμενης από επισκόπους

episcopalismo 1. α, θρη, επισκοπαλισμός της προτεσταντικής εκκλησίας

episcopalista 1. ε, α θ, θρη, επισκοπαλιστικός, -ή, -ό, επισκοπιστής, -ια

episcopio 1. α, θρη, επισκοπή

2. φσκ επισκόπιο

episiotomía 1. θ, ιατ, περινεοτομία

episodio 1. α, επεισόδιο σε σειρά, βιβλίο, el último episodio de la serie dramática,

το τελευταίο επεισόδιο της δραματικής σειράς

2. μτφ, επεισόδιο, περιστατικό, συμβάν, nos explicó un episodio de la guerra civil española,

μας εξήγησε ενα επεισόδιο του ισπανικού εμφύλιου

la discusión de ayer ha sido solo un episodio de la decadencia de nuestra amistad,

η διαμάχη εχτές ήταν μόνο ενα επεισόδιο απο την παρακμή της φιλίας μας

3. οικ, μτφ, οδύσσεια σε κάτι, ταλαιπωρία, ¡la visita fue un episodio!

η επίσκεψη ήταν μια ταλαιπωρία

4. μτφ, επεισόδιο ασήμαντο, esa victoria no fue más que un episodio de la reconquista,

αυτή η νίκη δεν υπήρξε τίποτα άλλο απο ένα επεισόδιο της ανακατάκτησης

5. ιατ, επεισόδιο

episódico, ca 1. ε, επεισοδικός= περιστασιακός, -ή, -ό, συγκυριακός, -ή, -ό

epistaxis 1. θ, ιατ, επίσταξη

epistemología 1. θ, επιστημολογία

epistemológico, ca 1. ε, επιστημολογικός, -ή, -ό

epistilo 1. α, ατκ, επιστύλιο

epístola 1. θ, επιστολή

2. θρη, επιστολή

epistolar 1. ε, λογ, επιστολικός, -ή, -ó

epistolario 1. α, επιστολάριο= σύνολο απο επιστολές

2. θρη, επιστολάριο

epistológrafo, fa 1. α θ, επιστολογράφος

epístrofe 1. θ, λγτ, επιφορά

epitafio 1. α, επιτάφιος

epitalámico, ca 1. ε, ποι, επιθαλάμιος, -α, -o

epitalamio 1. α, επιθαλάμιου, επιθαλάμιο άσμα

epítasis 1. θ, ποι, επίταση

epitaxia 1. θ, γωλ, επίταξη

epitelial 1. ε, ανα, επιθηλιακός, -ή, -ó, tejidos epiteliales, επιθηλιακοί ιστοί

epitelio 1. α, επιθήλιο

epitelioma 1. α, επιθηλίωμα

epitelitis 1. θ, επιθηλίτιδα

epítema 1. θ, ιατ, επίθεμα

epítesis 1. θ, λγτ, χρήση επιθέτου

epíteto 1. α, χαρακτηρισμός επιθετικός

2. γρμ, επίθετο

epítima 1. θ, ιατ, επίθεμα

epítoga 1. θ, είδος τηβέννου

epitomar 1. ρμ, επιτομίζω= προβαίνω στην επιτομή, συγκεφαλαίωση ενός έργου

epítome 1. α, επιτομή

2. λγτ, επιτομή

epizona 1. θ, γωλ, επιζώνη

epizootia 1. θ, κτν, επιζωοτία

epizoótico, ca 1. ε, κτν, επιζωοτικός, -ή, -ó

época 1. θ, εποχή σαν ιστορική περίοδο

2. περίοδος της ζωής, εποχή

3. εποχή χρόνου

4. γωλ, εποχή

5. σνθ, época del apareamiento, εποχή ζευγαρώματος

época de las lluvias, εποχή των βροχών

6. εκφ, de época, εποχής, traje εποχής, φορεσιά εποχής

en mi, tu, su época, στην εποχή μου, σου, του, κ.λπ.

en otra época, σε άλλες εποχές

hacer época, αφήνω εποχή

pasar por una mala época, περνάω άσχημη περίοδο, φάση

epoda 1. θ, ποι επωδή

epodo 1. α, ποι, επωδή

epónimo, ma 1. ε, α θ, επωνυμικός, -ή, -ó, επώνυμος, -η, -o

epopeya 1. θ, λγτ, εποποιία

2. εποποιία

épsilon 1. θ, έψιλον

épulis 1. θ, ιατ, επουλίδα

Scroll to Top