DOMAR= ΠΡΧ ΔΑΜΑΖΩ, ΔΙΑΜΑΝΤΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
domar πρχ δαμάζω
1. ρμ, για ζώο άγριο, δαμάζω, εξημερώνω, domar un león, δαμάζω ενα λιοντάρι
2. ντρεσάρω άλογο, πουλάρι, le costó domar al caballo, του κόστισε να ντρεσάρει το άλογο
3. για παπούτσι, υλικό, δίνω πλαστικότητα, μαλακώνω, el zapatero domó mis botas,
ο υποδηματοποιός μαλάκωσε τις μπότες μου,
los zapatos se doman con el uso, τα παπούτσια ανοίγουν με την χρήση
4. μτφ, δαμάζω χαρακτήρα, χαλιναγωγώ, τιθασεύω, ¡te va a costar domar a tu marido!
θα σου κοστίσει να δαμάσεις τον σύζυγο σου!
domar la pasión, δαμάζω το πάθος
doma 1. θ, δαμασμός, εξημέρωση ζώου, doma de elefantes, δαμασμός ελεφάντων
2. ντρεσάζ, concurso de doma, διαγωνισμός ντρεσάζ
3. μτφ, δαμασμός πάθους, ατόμου, τιθάσευση, χαλιναγώγηση
la doma de su carácter requerirá tiempo,
η χαλιναγώγηση του χαρακτήρα του θα πάρει χρόνο
domador, ra 1. α θ, δαμαστής, -ια άγριων ζώων, domador de leones, δαμαστής λιονταρών
2. εκπαιδευτής, -ια αλόγων, domador de caballos, εκπαιδευτής αλόγων
3. σνθ, domador de fieras, θηριο-δαμαστής
indomable 1. ε, για ζώο, αδάμαστος, -η, -ο, animal indomable
2. μτφ, για χαρακτήρα, πάθος, άτομο, αδάμαστος, -η, -ο, ατίθασος, -η, -ο,
αχαλιναγώγητος, -η, -ο
3. μτφ, αδάμαστος, -η, -ο, tuvimos que navegar con un viento indomable,
χρειάστηκε να ταξιδέψουμε με ένα άνεμο αδάμαστο
indomado, da 1. ε, αδάμαστος, -η, -ο, αχαλίνωτος, -η, -ο, ατίθασος, -η, -ο
indómito, ta 1. ε, για ζώο, αδάμαστος, -η, -o, animales indómitos
2. για άτομο, χαρακτήρα, θέληση, αδάμαστος, -η, -ο, ακατάβλητος, -η, -o
carácter indómito,
3. για έδαφος, άγριος, -α, -o, tierras indómitas
duende πρχ δουενδε> δάπεδον= όν που ζεί στο σπίτι
1. α, μτφ, τελώνιο, ξωτικό, αερικό
2. αυτό που δίνει το ξωτικό= χάρισμα, μαγεία
toca muy bien pero le falta duende, παίζει πολύ ωραία αλλά του λείπει η μαγεία
3. παιδί σκανταλιάρικο, σαν ξωτικό
4. εκφ, andar como un duende, parecer un duende, βαδίζει, φαίνεται σαν ξωτικό=
εμφανίζεται κάποιος σε μέρη ή στιγμές που δεν τον περιμένουν
tener duende, έχει γοητεία, ese chico tiene duende, αυτό το αγόρι έχει γοητεία
ή έχει ανησυχία
imán πρχ ιμαν> ι-μαγν-ητης
1. α, μαγνήτης
2. μτφ, μαγνήτης, su inteligencia era un imán para los demás,
η εξυπνάδα του ήταν ενας μαγνήτης για τους υπολοίπους
3. σνθ, imán artificial, τεχνητός μαγνήτης
imanar 1. ρμ, μαγνητίζω
imanación 1. θ, μαγνήτιση
imantar 1. ρμ, μαγνητίζω
imantación 1. θ, μαγνήτιση
desimantar, desimanar 1. ρμ, απο-μαγνητίζω
desimantación, desimanación 1. θ, απο-μαγνήτιση
diamante 1. α, διαμάντι
2. καρό τράπουλας
3. αθλ, σε μπέισμπολ, εσωτερικό γηπέδο
4. εκφ, ser un diamante en bruto, είμαι ακατέργαστο διαμάντι
diamantes 1. α πλ, καρό τράπουλας
diamantífero, ra 1. ε, αδαμαντο-φόρος, -α, -o
diamantino, na 1. ε, διαμαντένιος, -α, -o, αδαμάντινος, -η, -o
2. λγτ, σκληρός σαν διαμάντι, διαμαντένιος, -α, -o, αδαμάντινος, -η, -o
diamantista 1. α θ, αδαμαντ-ουργός
2. αδαμαντο-πώλης, -ισσα
adamantino, na 1. ε, αδαμάντινος, -η, -ο, διαμαντένιος, -α, -ο
adiamantado, da 1. ε, αδαμάντινος, -η, -o, διαμαντένιος, -α, -o
diamantar 1. ρμ, δίνω τη λάμψη διαμαντιού
diamantado, da 1. ε, αδαμαντο-ποίκιλτος, -η, -o