DORMIR

DORMIR= ΠΡΧ ΔΥΟΜΑΙ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ> ΚΟΙΜΑΜΑΙ,

ΠΡΧ ΝΤΡΙΜ ΤΙΜ> ΟΜΑΔΑ ΟΝΕΙΡΟ> ΥΠΝΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dormir πρχ δύομαι στο κρεβάτι= κοιμάμαι, πρχ ντριμ τιμ= ομάδα όνειρο> ύπνος

1. ρμ, κοιμίζω κάποιον, dormir a un niño, a un paciente, κοιμίζω ένα παιδί, ασθενή

esta música me duerme, αυτή η μουσική με κοιμίζει

μτφ, κοιμίζω, su charla nos durmió a todos, η ομιλία του μας κοίμισε όλους

2. κοιμίζω με αναισθησία, κάνω αναισθησία, dormir a un paciente, κοιμίζω ένα ασθενή

3. κάνω αναισθησία σε ενα μέρος, μουδιάζω, el dentista me durmió la boca,

o οδοντίατρος μού μούδιασε, έβαλε αναισθητικό στο στόμα

4. ρα, κοιμάμαι, no puedo dormir, δεν μπορώ να κοιμηθώ,

dormir bien, mal κοιμάμαι καλά, άσχημα

¡a dormir! για ύπνο! ¡es hora de dormir! ώρα για ύπνο!

5. κοιμάμαι σε άλλο μέρος απο το σπίτι, διανυκτερεύω,

dormimos en una posada, διανυκτερεύσαμε σε ενα κατάλυμα

6. οικ, μτφ, κοιμάμαι με κάποιον ερωτικά, πλαγιάζω,

duerme con su novia, κοιμάται με την αρραβωνιαστικιά του

7. μτφ, κοιμάται= είναι ξεχασμένο, αφημένο σε χώρο,

dejar dormir un asunto, αφήνω ένα θέμα να ξεχαστεί

su proyecto dormía en el cajón del director,

το πρότζεκτ του βρισκόταν ξεχασμένο στο συρτάρι του διευθυντή

8. ραντ, αποκοιμιέμαι, με παίρνει ο ύπνος, yo con la ópera me duermo,

εγώ με την όπερα αποκοιμιέμαι, με παίρνει ο ύπνος

se durmió y llegó tarde, αποκοιμήθηκε και έφτασε αργά

9. μτφ, κοιμάται ενα μέρος του σώματος= μουδιάζω, se me ha dormido un pie,

μούδιασε το ενα πόδι μου

10. μτφ, κοιμάμαι στον ξύπνιο μου, δεν είμαι σε εγρήγορση,

¡no te duermas y haz algo! μην κοιμάσαι, κάνε κάτι!

no te duermas o perderás la oportunidad, μην κοιμάσαι αλλιώς θα χάσεις την ευκαιρία,

11. εκφ, dormirla, οικ, μτφ, κοιμάμαι για να συνέλθω από μεθύσι

dormir la mona, la borrachera, κοιμάμαι για να συνέλθω από μεθύσι

dormir la siesta, παίρνω ένα μεσημεριανό υπνάκο

ser de mal dormir, είμαι με κακό ύπνο= στρυφνός, παλιοχαρακτήρας, προβληματικός

duerme siempre de un tirón, κοιμάται πάντα χωρίς διακοπή

prefiero dormir al raso, προτιμώ να κοιμάμαι στο ύπαιθρο

duermo boca arriba, boca abajo, κοιμάμαι ανάσκελα, μπρούμυτα

duerme como un lirón, un tronco, una marmota,

κοιμάμαι του καλού καιρού, σαν κούτσουρο, σαν αγγελούδι

siempre duerme con un ojo abierto, πάντα κοιμάται με ενα μάτι ανοιχτό=

μισο-κοιμάται, λαγο-κοιμάται

dormición 1. θ, θρη, Κοίμησις

dormida 1. θ, ύπνος, υπνάκος, durante la dormida les robaron el coche,

κατα την διάρκεια του ύπνου τους έκλεψαν το αμάξι

echar una dormida, ρίχνω έναν υπνάκο

2. κατάλυμα για διανυκτέρευση

3. διανυκτέρευση, tenemos tres dormidas antes de acabar nuestro viaje,

έχουμε 3 νύχτες πριν τελειώσουμε το ταξίδι μας

4. μτφ, διανυκτέρευση με πόρνη

5. ζωλ, ύπνος μεταξοσκώληκα

6. μέρος οπου περνάνε το βράδυ τα άγρια πτηνά

dormidera 1. θ, βοτ, παπαρούνα, μήκων η υπνοφόρος, επειδή κοιμίζει

dormidero, ra 1. ε, υπνωτικός, -ή, -ó, ναρκωτικός, -ή, -ó

dormidero 1. α, ποιμνιοστάσιο, μέρος για ύπνο ζωντανών

dormido, da 1. ε, κοιμισμένος, -η, -o, estar medio dormido, είμαι μισο-κοιμισμένος

2. μτφ, χωρίς εγρήγορση, κοιμισμένος, -η, -o, ¡espabila, pareces dormido!

ξύπνα, μοιάζεις κοιμισμένος!

en clase está dormido, στην τάξη είναι σαν κοιμισμένος, κοιμήσης

3. μτφ, μουδιασμένος, -η, -o, tenía una pierna dormida, είχε ένα πόδι μουδιασμένο

semidormido, da 1. ε, ημι> μισο-κοιμισμένος, -η, -ο, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου

durmiente 1. ε, κοιμώμενος, -η, -o, la Bella Durmiente del Bosque,

η Ωραία Κοιμωμένη του Δάσους

2. α, ατκ, εγκάρσια δοκός, επειδή κοιμάται το βάρος

3. σδρ, στρωτήρας σιδηροδρομικών γραμμών

dormilón, ona 1. ε, α θ, υπναλέος, -α, -o, υπναράς, -ού

dormilón 1. α, ορν, πτηνό του είδους Muscisaxicola cinéreas

dormilona 1. θ, ξαπλώστρα, σεζ-λονγκ

2. σκουλαρίκι χάντρα, επειδή κοιμάσαι με αυτό

dormitivo, va 1. ε, υπνωτικός, -ή, -ό, ναρκωτικός, -ή, -ό

dormitivo 1. α, υπνωτικό

dormitorio 1. α, υπνοδωμάτιο, κρεβατοκάμαρα, piso con tres dormitorios,

διαμέρισμα με τρία υπνοδωμάτια

2. κοιτώνας, υπνωτήριο σε σχολείο, ίδρυμα

3. έπιπλο κρεβατοκάμαρα, έπιπλα υπνοδωματίου

adormidera 1. θ, βοτ, παπαρούνα η υπνοφόρος, μήκων η υπνοφόρος

duermevela πρχ δύομαι-βελού-δινα

1. α θ, υπνάκος, ελαφρύς ύπνος

2. ελαφρύς και κουραστικός ύπνος

adormilar 1. ραντ, αποκοιμιέμαι, μισοκοιμάμαι, se adormiló después del intermedio,

αποκοιμήθηκε μετά το διάλειμμα

adormilado, da 1. ε, αποκοιμισμένος, -η, -ο, μισοκοιμισμένος, -η, -ο,

2. νυσταλέος, -α, -o, υπναλέος, -α, -o

adormecer 1. ρμ, κοιμίζω, αποκοιμίζω, υπνωτίζω,

la televisión me adormece, η τηλεόραση με αποκοιμίζει

2. μτφ, μουδιάζω, αναισθητοποιώ κάποιο μέλος του σώματος,

la anestesia le adormeció las manos, η αναισθησία τού προκάλεσε μούδιασμα στα χέρια

3. μτφ, καλμάρω, καταπραΰνω, ανακουφίζω απο πόνο, el calmante adormecerá el dolor,

το καταπραϋντικό θα ανακουφίσει τον πόνο

4. ραντ, αποκοιμιέμαι, μισο-κοιμάμαι, λαγο-κοιμάμαι,

el niño se adormeció en el sofá, το παιδί αποκοιμήθηκε στον καναπέ

5. μτφ, μουδιάζει ενα μέλος σωματικό, se le han adormecido las piernas,

του μούδιασαν τα πόδια

adormecimiento 1. α, νύστα, υπνηλία

2. μτφ, μούδιασμα μέλους

adormecido, da 1. ε, απο-κοιμισμένος, -η, -ο, μισο-κοιμισμένος, -η, -ο, νυσταγμένος, -η, -ο

adormecedor, ra 1. ε, που προκαλεί ύπνο, υπνωτικός, -ή, -ό,

Estos analgésicos tienen un efecto adormecedor,

Αυτά τα παυσίπονα έχουν μια επίδραση υπνωτική

2. καταπραυντικός, -ή, -ό

3. μτφ, που προκαλεί βαρεμάρα, κοιμιστικός, -ή, -ό, ανιαρός, -ή, -ό,

¡Esta música es adormecedora! Pon algo movido y que podamos bailar,

Αυτή η μουσική είναι κοιμιστική! Βάλτε κάτι ζωντανό να μπορέσουμε να χορέψουμε

4. μτφ, μουδιαστικός, -ή, -ό σε μέλος σώματος

desadormecer 1. ρμ, ραντ, ξυπνώ κάποιον ή ξυπνάω εγώ

2. κυρ, μτφ, ξε-μουδιάζω

dormitar 1. ρα, μισοκοιμάμαι, λαγοκοιμάμαι,

Escuché que entraste porque estaba dormitando, no estaba durmiendo,

Άκουσα που μπήκες επειδή μισοκοιμόμουν, δεν κοιμόμουν

Scroll to Top