DOLÁR

DOLÁR= ΠΡΧ ΔΟΛΑΡΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dólar 1. α, δολάριο

2. εκφ, estar montado en el dólar, οικ, μτφ, είμαι μονταρισμένος> κολυμπάω στο χρήμα

montarse en el dólar, οικ, μτφ, μοντάρομαι στο δολάριο= βγάζω χοντρά λεφτά, φράγκα

dolarizar 1. ρα, οκν, δολαριοποιώ

dolarización 1. θ, οκν, δολαριοποίηση

tálero, taler 1. α, ιστ, τάλιρο

Scroll to Top