DIÁCONO

DIÁCONO= ΠΡΧ ΔΙΑΚΟΝΟΣ, ΚΟΥΝΑΩ ΓΙΑ ΚΑΤΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

diácono 1. α, θρη, διάκονος

2. εκφ, ordenar diácono, χειροτονώ διάκονο

diaconal 1. ε, διακονικός, -ή, -ó

diaconato, diaconado 1. α, θρη, διακονία, αξίωμα του διακόνου

2. σύνολο διακόνων, οι διάκονοι

diaconía 1. θ, θρη, διακονία, αξίωμα του διακόνου

diaconisa 1. θ, θρη, διακόνισσα

subdiaconado 1. α, θρη, υποδιακονία

subdiácono 1. α, θρη, υποδιάκονος

conato 1. α, πρχ κουνιστό> ξέσπασμα, εκδήλωση σε κάτι χωρίς να τελειώσει,

un conato de incendio, μια εκδήλωση πυρκαγιάς

2. νομ, πρχ κουνάω για κάτι αλλά δεν το κάνω= απόπειρα, un conato de robo,

μια απόπειρα ληστείας

3. απόπειρα για κάτι, el asalto fue tan sólo un conato de rebelión,

η επίθεση ήταν μονάχα μια απόπειρα επανάστασης

4. πρχ κάματος= προσπάθεια, κόπος για κάτι

Scroll to Top