DIVIDIR

DIVIDIR= ΠΡΧ ΔΙ-ΒΙΔΙΡ> ΔΙ-ΒΑΔΙΖΩ> ΔΙΑΙΡΩ, ΧΩΡΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

dividir

1. ρμ, χωρίζω σε μέρη κάτι, dividió su libro en veinte capítulos,

χώρισε το βιβλίο του σε 20 κεφάλαια

2. για χώρο, χωρίζω, el río divide las dos provincias, το ποτάμι χωρίζει τις δύο επαρχίες

Si dividimos el salón, podríamos tener otro dormitorio,

Αν χωρίσουμε το σαλόνι, θα μπορούσαμε να έχουμε ένα άλλο υπνοδωμάτιο

3. δίνω διαιρεμένα μέρη= καταμερίζω, διανέμω, διαμοιράζω, μοιράζω,

¿podría dividir la tarta? θα μπορούσατε να διαμοιράσετε την τούρτα;

dividimos las tareas domésticas entre todos, μοιράσαμε τις δουλειές σπιτιού μεταξύ μας

¿Por qué no dividimos el botín entre todos nosotros?

Γιατί δεν μοιράζουμε τα λάφυρα σε όλους μας;

4. μτφ, διαιρώ ψυχικά, διχάζω, esa chismosa los ha dividido,

Αυτή η κουτσομπόλα τους έχει διχάσει

5. μαθ, διαιρώ, κάνω διαίρεση, el profesor nos está enseñando a dividir con decimales,

ο δάσκαλος μας διδάσκει να διαιρούμε με δεκαδικά

6. ραντ, διαιρούμαι, χωρίζομαι σε μέρη, se dividieron en dos grupos,

χωρίστηκαν σε δύο ομάδες

7. για χώρο, el sendero se divide en dos, το μονοπάτι χωρίζεται στα δύο

8. για σύνολο, χωρίζομαι, αποτελούμαι, el libro se divide en cinco partes,

το βιβλίο αποτελείται από 5 μέρη

9. μοιράζομαι, nos dividimos la herencia, μοιραστήκαμε την κληρονομιά

10. εκφ, divide y vencerás, διαιρεί και βασίλευε

dividir para reinar, διαιρεί και βασίλευε

dividuo, dua 1. ε, νομ, διαιρετός, -ή, -ó

dividendo 1. α, μαθ, διαιρετέος

2. εμπ, μέρισμα

3. σνθ, dividendo activo, μέρισμα

dividivi 1. α, βοτ, ντίβι ντίβι

subdividir 1. ρμ, υποδιαιρώ

2. ραντ, subdividirse en, υποδιαιρούμαι σε, για νόμο, έγγραφο, σύνολο,

cada libro se subdivide en siete capítulos, κάθε βιβλίο υποδιαιρείται σε εφτά κεφάλαια

για χρόνο, la Edad de Piedra se subdivide en tres periodos,

η λίθινη εποχή υποδιαιρείται σε τρεις περιόδους

subdivisión 1. θ, υποδιαίρεση

división 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του dividir

2. διαίρεση συνόλου σε μέρη, división administrativa, διοικητική διαίρεση

3. κατανομή, καταμερισμός, la división de la herencia, η κατανομή της κληρονομιάς

4. διαχωρισμός χώρου, el muro de división, το διαχωριστικό τείχος

5. μτφ, διαίρεση ψυχική, διχασμός, διχόνοια, hay mucha división en el partido,

υπάρχει μεγάλος διχασμός στο κόμμα

6. διαίρεση> τομέας, τμήμα, la división comercial de la empresa,

το εμπορικό τμήμα της επιχείρησης

7. αθλ, διαίρεση> κατηγορία

8. μαθ, διαίρεση

9. στρ, μεραρχία

10. γρμ, ενωτικό, παύλα, επειδή διαιρεί

11. σνθ, división acorazada, blindada, τεθωρακισμένη μεραρχία

primera división, αθλ, πρώτη εθνική κατηγορία

segunda división, δεύτερη εθνική κατηγορία

división de honor, Δ εθνική κατηγορία, ερασιτεχνική κατηγορία

división de opiniones, διχογνωμία

11. εκφ, bajar a segunda división, αθλ, πέφτω στη δεύτερη εθνική κατηγορία

subir a primera división, ανεβαίνω στην πρώτη εθνική κατηγορία

divisional 1. ε, διαιρετικός, -ή, -ό

divisionario, ria 1. ε, διαιρετικός, -ή, -ό

divisionismo 1. α, ντιβιονισμός

diviso, sa 1. ε, διαιρεμένος, -η, -ο

divisor 1. α, μαθ, διαιρέτης

2. σνθ, común divisor, κοινός διαιρέτης

máximo, mínimo divisor, μέγιστος, ελάχιστος κοινός διαιρέτης

divisor, ra 1. ε, α, μαθ, υποπολλαπλάσιος, -α, -ο, 2 es el divisor de 4,

το 2 είναι το υποπολλαπλάσιο του 4, επειδή διαιρείται με το 2 ακριβώς

divisoria 1. θ, διαχωριστική γραμμή, la divisoria del terreno de juego,

η διαχωριστική γραμμή του γηπέδου

2. σνθ, divisoria de aguas, υδροκρίτης, γραμμή διαχωρισμού υδάτων

divisorio, ría 1. ε, διαχωριστικός, -ή, -ό, una pared divisoria, ένας διαχωριστικός τοίχος

2. γεω, διαιρετικός, -ή, -ό, που διαιρεί τα νερά σε 2 λεκάνες

divisibilidad 1. θ, διαιρετότητα

divisible 1. ε, διαιρετός, -ή, -ό

indivisibilidad 1. θ, αδιαιρετότητα

indivisible 1. ε, αδιαίρετος, -η, -o

indivisión 1. θ, αδιαιρετότητα

indiviso, sa 1. ε, αδιαίρετος, -η, -o, αδιανέμητος, -η, -o

2. εκφ, pro indiviso, νομ, εξ αδιαιρέτου

proindivisión 1. θ, νομ, εξ αδιαιρέτου ιδιοκτησία

divisa 1. θ, πρχ διαίρεση νομισματική= συνάλλαγμα, ξένο νόμισμα, mercado de divisas, αγορά συναλλάγματος

2. μτφ, πρχ διάβαση> σύνθημα, απόφθεγμα, μότο μιας ομάδας που μου δίνει διάβαση,

La divisa de los tres mosqueteros era "uno para todos y todos para uno",

Το σύνθημα των Τριών Σωματοφυλάκων ήταν «ένας για όλους και όλοι για έναν»

3. μτφ, διαίρεση υφάσματος= διακριτικό, έμβλημα, σήμα, lleva la divisa del club,

φορά το διακριτικό του κλάμπ, ομάδας

4. ερλ, ρητό

5. ταυ, κορδέλα που καρφώνεται σε ράχη ταύρου με χρώματα του ταυροφορβείου

6. σνθ, divisa convertible, οκν, μετατρέψιμο νόμισμα

divisa débil, αδύναμο νόμισμα

divisa de reserva, συναλλαγματικό απόθεμα

divisa fuerte, ισχυρό νόμισμα

indivisamente 1. επρ, αδιαίρετα, χωρίς διαίρεση= ολάκερα, ακέραια

2. νομ, αδιαίρετα

individuo, dua πρχ ανευ> μη-διβαδιστο ή διαιρούμενο, αδιαίρετος> α-τεμνος> άτομο

1. α θ, άτομο σαν οντότητα, los derechos del individuo, τα δικαιώματα του ατόμου

Un individuo de aspecto extraño merodeaba alrededor de la joyería,

Ένα άτομο με παράξενη όψη γύρναγε γύρω από το κοσμηματοπωλείο

2. άγνωστος, en el piso de abajo vive un individuo, στο κάτω πάτωμα ζεί ενας άγνωστος

3. μέλος απο είδος, los individuos de esta especie animal, τα μέλη αυτού του ζωικού είδους

4. μέλος σωματείου, συλλόγου, ακαδημίας, individuo del Consejo, μέλος του Συμβουλίου

individual 1. ε, ατομικός, -ή, -ó, libertades individuales, ατομικές ελευθερίες

2. για ένα άτομο, ατομικός, -ή, -ó, cama individual, κρεβάτι ατομικό

3. α, μονό στο τένις

individualidad 1. θ, ατομικότητα, ιδιαιτερότητα

individualismo 1. α, ατομικισμός

individualista 1. ε, α θ, ατομικιστικός, -ή, -ó, ατομιστής, -ια

individuar 1. ρμ, εξατομικεύω

individuación 1. θ, εξατομίκευση

individualmente 1. επρ, εξατομικευμένα, ατομικά

individualizar 1. ρμ, κάνω κάτι για μόνο ένα άτομο, εξατομικεύω,

individualizar un tratamiento, εξατομικεύω μια θεραπεία

La escuela decidió individualizar el aprendizaje para las clases avanzadas,

Το σχολείο αποφάσισε να εξατομικεύσει τη μάθηση για προχωρημένες τάξεις

2. για χαρακτηριστικό, στοιχείο που εξατομικεύει, χαρακτηρίζω, διακρίνω,

su cultura los individualiza, τους χαρακτηρίζει o πολιτισμός τους

el color blanco de este gorila le individualiza respecto al resto de su especie,

το λευκό χρώμα αυτού του γορίλα τον χαρακτηρίζει απο το υπόλοιπο του είδους του

3. ρα, αποδίδω σε έναν, εξατομικεύω κάποιον, κάτι, χαρακτηρίζω συγκεκριμένα,

no individualices, es un problema de todos, μην εξατομικεύσεις, είναι ένα πρόβλημα όλων,

no quiero individualizar, pero… δεν θέλω να χαρακτηρίσω κάποιον συγκεκριμένα αλλά…

individualización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του individualizar

2. ατομίκευση, εξατομίκευση

individualizado, da 1. ε, εξατομικευμένος, -η, -ο

viudo, da πρχ δι-βιδιρ> βιουδο> διαιρεμένος απο ταίρι, πρχ β-άδειος απο ταίρι

1. ε, χηρικός, -ή, -ό, Mi abuelo se reúne con otros hombres viudos para jugar al ajedrez,

Ο παππούς μου συναντιέται με άλλους χήρους άντρες για να παίξουν σκάκι

2. μαγ, χωρίς συνοδευτικό, patatas viudas, πατάτες χωρίς συνοδευτικό

3. α θ, χήρος, χήρα, Su vecino es un viudo de 85 años de edad,

Ο γείτονάς του είναι ένας 85χρονος χήρος

4. σνθ, viuda alegre, εύθυμη χήρα

viuda 1. θ, βοτ, σκαμπιόζα

2. σνθ, viuda del paraíso, ορν, παραδεισοχήρα

viuda negra, εντ, μαύρη χήρα

viudedad 1. θ, χηρεία

2. σύνταξη χηρείας

viudez 1. θ, χηρεία

enviudar 1. ρα, χηρεύω, μένω χήρος, Mi tío cayó en depresión cuando enviudó,

Ο θείος μου έπεσε σε κατάθλιψη όταν χήρεψε, έμεινε χήρος

Scroll to Top