DIÑAR= ΠΡΧ ΤΑ ΤΙΝΑΖΩ, ΠΡΧ ΝΤΑΝΙΑΖΩ> ΑΓΓΑΡΕΥΩ ΚΑΠΟΙΟΝ
diñar 1. ρμ, τα τινάζω
2. πρχ δίνω ή παρα-δίδω κάτι σε κάποιον
3. εκφ, diñarla, οικ, τα τινάζω, τα κακαρώνω
endiñar 1. ρμ, οικ, πρχ εν-δίνω χτύπημα σε κάποιον= τινάζω μπουνιά, αστράφτω μία,
le endiñó un puñetazo, του τίναξε μια μπουνιά
2. πρχ εν-ντανιάζω σε κάποιον δουλειά= αγγαρεύω, φορτώνω δουλειά, χώνω κάποιον,
el jefe me ha endiñado un trabajo, ο διευθυντής μου φόρτωσε μια δουλειά