DELICIA= ΠΡΧ ΝΤΕΛΙΚΑΤΟ, ΝΤΕΛΙΚΑΤΕΣΕΝ= ΕΚΛΕΚΤΟ ΣΤΗΝ ΓΕΥΣΗ, ΑΙΣΘΗΣΗ,
ΠΡΧ ΕΚ-ΛΕΠΤΥΣΜΕΝΟ, ΛΕΠΤΟ, ΠΡΧ ΔΙΑ-ΛΕΚΤΟ ΓΙΑ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
delicia πρχ ντε-λικατο στην γεύση, αίσθηση, πρχ ντε-λισια> απο-λαυση
1. θ, έντονη απόλαυση ψυχική, σε αισθήσεις, Estas cerezas con coñac son una delicia,
Αυτά τα κεράσια με κονιάκ είναι μια απόλαυση,
Fue una delicia trabajar con gente que compartía mis ideas,
Ήταν μια απόλαυση να δουλεύω με κόσμο που συμμεριζόταν τις ιδέες μου, ομοϊδεάτες
2. μτφ, για κάτι που προκαλεί απόλαυση, χάρμα, la brisa marina es una delicia,
η θαλάσσια αύρα είναι μια απόλαυση
3. εκφ, hacer las delicias de alguien, κάνω τις απολαύσεις κάποιου=
διασκεδάζω, ψυχαγωγώ κάποιον, los payasos hacen las delicias de los niños,
οι κλόουν διασκεδάζουν τα παιδιά
… que es una delicia, …που είναι μια απόλαυση, κυρ ή μτφ, με τόνο ειρωνικό,
es tan quisquilloso que es una delicia, Είναι τόσο επιλεκτικός που είναι απόλαυση
delicias 1. θ πλ, μαγ, νοστιμιές
2. σνθ, delicias de merluza, de verdura, λιχουδιές, νοστιμιές με μπακαλιάρο, με λαχανικά
deliciosamente 1. επρ, απολαυστικά ψυχικά
2. απολαυστικά σε γεύση, νόστιμα
delicioso, sa 1. ε, για φαγητό, ποτό, πολύ νόστιμος, -η, -o, απολαυστικός, -ή, -ó,
los dulces son deliciosos, τα γλυκά είναι πεντα-νόστιμα
2. μτφ, για άτομο, χαριτωμένος, -η, -o, una chica deliciosa, μια χαριτωμένη κοπέλα
3. για μέρος, κλίμα, υπέροχος, -η, -ο, ευχάριστος, -η, -ο, εξαίσιος, -α, -o,
hace un día delicioso, κάνει μια υπέροχη μέρα
delicadeza πρχ ντε-λικάτο= εκ-λεκτό> εκ-λεπτυσμένο
1. θ, λεπτότητα, προσοχή, La enfermera colocó al paciente en su cama con gran delicadeza, Η νοσοκόμα τοποθέτησε τον ασθενή στο κρεβάτι του με μεγάλη προσοχή
2. λεπτότητα σε τρόπους, ευγένεια, la delicadeza de sus gestos la hacía aún más bella,
η λεπτότητα των τρόπων της την έκαναν ακόμα πιο όμορφη
3. μτφ, εκλεκτός χειρισμός σε κάτι= τακτ, διακριτικότητα, ευαισθησία,
falta de delicadeza, έλλειψη διακριτικότητας
Los padres le explicaron al niño, con mucha delicadeza, que se iban a separar,
Οι γονείς εξήγησαν στο παιδί, με πολύ λεπτότητα, ότι επρόκειτο να χωρίσουν
4. λεπτότητα υπόθεσης, κατάστασης, la delicadeza de un asunto,
η λεπτότητα μιας υπόθεσης
5. λεπτότητα αντικειμένου, υλικού, la delicadeza del cristal, η λεπτότητα του γυαλιού
joya de suma delicadeza, κόσμημα με υψηλή λεπτότητα,
La delicadeza del vestido lo hacia inapropiado para usarlo en la finca,
Η λεπτότητα του φορέματος το έκανε ακατάλληλο για χρήση στη φάρμα
6. για πρόσωπο, λεπτότητα χαρακτηριστικών, la delicadeza de las facciones de la modelo,
τη λεπτότητα των χαρακτηριστικών του μοντέλου
7. λεπτότητα γούστου
8. απαλότητα δέρματος, la delicadeza de su piel le encanta,
η λεπτότητα του δέρματός του την γοητεύει
9. εκφ, tener la delicadeza de hacer algo, έχω τη λεπτότητα να κάνω κάτι
delicado, da πρχ ντε-λικάτο
1. ε, με λεπτή υφή= ευαίσθητος, -η, -o, εύκολο να σπάσει, φθαρεί,
cristal delicado, ευαίσθητο κρύσταλλο,
piel delicada, δέρμα ευαίσθητο
ropa delicada, ευαίσθητα ρούχα
2. μτφ, που θέλει χειρισμό εκλεκτό, λεπτός, -ή, -ό, δύσκολος, -η, -o,
una situación delicada, μια λεπτή κατάσταση
3. λεπτό σωματικά= αδύναμος, -η, -ο, λεπτεπίλεπτος, -η, -o,
es una niña delicada, είναι ένα λεπτεπίλεπτο κορίτσι
4. λεπτός σε υγεία= ευπαθής, -ές, -ή, está delicado de salud, έχει ευπαθή υγεία
5. για ποιότητα σε κάτι, εκλεκτός, -ή, -ό, λεπτός, -ή, -ό, ελαφρύς, -ιά, -ύ,
el delicado aroma del vino, το ντελικάτο άρωμα του οίνου,
un perfume muy delicado, ένα πολύ λεπτό άρωμα
6. για άτομο, ντελικάτος σε άγγιγμα= μη μου άπτου, ευαίσθητος σε δυσκολίες,
es demasiado delicado para ir de camping,
είναι πολύ μη μου άπτου για να πάει σε κάμπινγκ
7. για πράξη, λεπτός σε τρόπους, ευγενικός, -ή, -ó, αρμόζων, -ουσα, -ον,
es muy delicado con los ancianos, είναι πολύ ευγενικός με τους ηλικιωμένους
no seria delicado decirlo ahora, δεν θα ήταν ευγενικό να το πω τώρα
8. με λεπτή σκέψη, έξυπνος, -η, -ο, sus delicadas respuestas sorprendieron a todos,
οι έξυπνες απαντήσεις του εξέπληξαν τους πάντες
delicadamente 1. επρ, ντελικάτα
2. απαλά, με λεπτότητα
3. διακριτικά
delicaducho, cha 1. ε, με ντελικάτη υγεία= φιλάσθενος, -η, -ο
indelicadeza 1. θ, ανευ-λεπτότητας σε τρόπους= αγένεια
su indelicadeza molestó a los presentes, Η αγένειά του ενόχλησε τους παρευρισκόμενους
2. έλλειψη λεπτότητας
3. πράξη ή λόγια αγενή, lo que hiciste me pareció una indelicadeza por tu parte,
Αυτό που έκανες μου φάνηκε μια αγένεια απο μέρους σου
indelicado, da 1. ε, αγενής, -ής, -ές, irse sin avisar fue muy indelicado por su parte,
να φύγει χωρίς προειδοποίηση ήταν πολύ αγενές εκ μέρους του
2. με έλλειψη χάρης, άγαρμπος, -η, -ο
delectación 1. θ, πρχ ντελικάτη αίσθηση= απόλαυση, τέρψη αισθήσεων,
Alfonso era un hombre de familia, y pasar tiempo con sus hijos era su gran delectación,
Ο Αλφόνσο ήταν οικογενειάρχης και το να περνά χρόνο με τα παιδιά του ήταν η μεγάλη του απόλαυση
2. σνθ, delectación morosa, θρη, απόλαυση φαντασίας σε Καθολική Θεολογία, επιθυμία σκοπούμενη επί απαγορευμένου αντικειμένου, σκέψεως, χωρίς τη διάθεση να γίνει πράξη
deleitación 1. θ, πρχ ντελικάτη αίσθηση = απόλαυση, τέρψη αισθήσεων
deleitar 1. ρμ, πρχ έχω ντελικάτη ευχαρίστηση, απόλαυση σε αισθήσεις, απολαμβάνω, ή πρχ δια-λήπτομαι> δια-λαμβάνω με τις αισθήσεις κάτι, deleita sus tardes con paseos, απολαμβάνει τα απογεύματα του με περιπάτους
2. κάτι δίνει ντελικάτη απόλαυση, ευχαρίστηση= γοητεύω, τέρπω, μαγεύω, ενθουσιάζω,
Los tres cantantes deleitaron a la audiencia con su maravillosa actuación,
Οι τρεις τραγουδιστές ενθουσίασαν το κοινό με την υπέροχη ερμηνεία τους,
me deleita su voz, με γοητεύει, ευχαριστεί η φωνή της
3. ραντ, ευχαριστιέμαι πολύ, τέρπομαι, se deleita en la lectura, τέρπεται με ανάγνωση
se deleita cocinando platos exóticos, ευχαριστιέται πολύ με το να μαγειρεύει πιάτα εξωτικά
Nuestro abuelo se deleitaba tomándonos el pelo,
Ο παππούς μας χαιρόταν με το να μας κάνει πλάκες, κοροϊδεύει
deleitamiento 1. α, deleite
deleite 1. α, πρχ ντελικάτη ή δια-λεκτή αίσθηση= απόλαυση, τέρψη, ευχαρίστηση,
La decoración y la cocina del restorán son un deleite para los sentidos,
Η διακόσμηση και η κουζίνα του εστιατορίου είναι μια απόλαυση για τις αισθήσεις,
para deleite de todos los asistentes, προς τέρψη όλων των παρευρισκομένων
la cena fue un verdadero deleite de los sentidos,
το δείπνο ήταν μια αληθινή τέρψη των αισθήσεων
deleitoso, sa 1. ε, πρχ ντελικάτος ή διαλεκτός ψυχικά ή για τις αισθήσεις,
απολαυστικός, -ή, -ό, τερπνός, -ή, -ό, ευχάριστος, -η, -ο,
música deleitosa, μουσική ευχάριστη
delgado, da πρχ ντε-λικατος= λεπτός
1. ε, για άτομο, σωματικά αδύνατος, -η, -o, ισχνός, -ή, -ó, λιγνός, -ή, -ó,
una mujer delgada de cintura, μια γυναίκα με αδύνατη μέση,
un tipo alto y delgado, ένας τύπος ψηλόλιγνος
2. για πράγμα, λεπτός, -ή, -ó, cubrió la mesa con un delgado mantel,
Σκέπασε το τραπέζι με ένα λεπτό τραπεζομάντιλο,
hilo delgado, κλωστή λεπτή,
tela delgada, λεπτό ύφασμα,
cable delgado, λεπτό καλώδιο
3. μτφ, με λεπτή σκέψη, έξυπνος, -η, -ο, un comentario delgado, ενα έξυπνο σχόλιο
4. αγρ, για έδαφος, φτωχός, -ή, -ó, άγονος, -η, ο, un trozo de tierra delgada,
ένα κομμάτι άγονης γης
5. εκφ, hilar delgado, κλωστίζω λεπτά= εξετάζω σχολαστικά κάτι, κοσκινίζω
ή προχωρώ, ενεργώ ντελικάτα, με διακριτικότητα, προσεκτικά,
intentó hilar delgado al comunicarle la pérdida de su hermano,
Προσπάθησε να ενεργήσει με διακριτικότητα όταν του ανακοίνωσε την απώλεια του αδελφού του
delgados 1. α πλ, μτφ, κάτω μέρη κοιλιάς ζώων= λάπα
delgaducho, cha 1. ε, πρχ εκ-λεκτούτσικο= αδυνατούτσικος, -η, -ο, αδυνατούλης, -α, -ικο
delgadez 1. θ, εκ-λεκτότητα> λεπτότητα σωματική για άτομο, ζώο, ισχνότητα
tenía una delgadez enfermiza, είχε μια αρρωστημένη ισχνότητα
2. λεπτότητα πράγματος
3. σνθ, delgadez cadavérica, λεπτότητα σκελετική= αδύνατος σαν σκελετός
adelgazar 1. ρα, για άτομο, πρχ γίνομαι ντελικάτος= αδυνατίζω σωματικά
Intento adelgazar para verme bien el verano que viene
Προσπαθώ να αδυνατίσω, να χάσω κιλά για να είμαι καλά το επόμενο καλοκαίρι
2. ρμ, αδυνατίζω κάποιον σωματικά ή λεπταίνω τα χαρακτηριστικά, φιγούρα του,
Su estricto régimen le ha adelgazado, Η αυστηρή δίαιτα του τον έχει αδυνατίσει,
Estos ejercicios te servirán para adelgazar la cara,
Αυτές οι ασκήσεις θα σας βοηθήσουν να λεπτύνετε το πρόσωπό σας
3. λεπταίνω υλικό, tienes que adelgazar la puerta un poco,
πρέπει να λεπτύνεις λίγο την πόρτα
4. μτφ, ρίχνω ψυχολογικά, su divorcio le ha adelgazado, το διαζύγιο του τον έριξε
5. μτφ, εκλεπτύνω κάτι στο μυαλό μου, λεπταίνω την σκέψη, οξύνω,
el hambre adelgaza el ingenio, η πείνα οξύνει τον νού,
adelgazaba los conceptos hasta hacerlos complicados,
εκλέπτυνε τις έννοιες μέχρι που τις έκανε περίπλοκες
6. λεπταίνω ή μειώνω το πάχος σε πράγμα, el color negro adelgaza la figura,
Το μαύρο χρώμα λεπταίνει τη σιλουέτα
7. λεπταίνω φόρεμα
8. ραντ, λεπταίνω, αδυνατίζω σωματικά, χάνω κιλά,
Tú te has adelgazado mucho últimamente, ¿no? ¿Estás a dieta?
Έχεις χάσει πολύ βάρος τον τελευταίο καιρό, έτσι δεν είναι; Είσαι σε δίαιτα;
9. μτφ, πέφτω ψυχικά
adelgazamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του adelgazar
2. αδυνάτισμα σωματικό, un régimen de adelgazamiento, δίαιτα αδυνατίσματος
3. λέπτυνση σε πάχος, el adelgazamiento de una tabla, η λέπτυνση μιας τάβλας
adelgazante 1. ε, αδυνατιστικός, -ή, -ό, λεπτύνων, που αδυνατίζει, λεπταίνει
adelgazador, ra 1. ε, που αδυνατίζει, λεπταίνει
aliciente πρχ αλικιεντε> ελκύων> ελκυστικό, αυτό που ελκύει
1. α, μτφ, θετική όψη σε κάτι, υπερ, πλεονέκτημα, κίνητρο που ελκύει σε κάτι,
el aliciente de la vida en la ciudad, το ελκυστικό= το υπέρ της ζωής στην πόλη
El gerente nos prometió una buena bonificación como aliciente si duplicamos nuestras ventas este trimestre, Ο διευθυντής μας υποσχέθηκε ένα καλό μπόνους ως κίνητρο εάν διπλασιάζαμε τις πωλήσεις μας αυτό το τρίμηνο
2. σαν ενδιαφέρον που ελκύει, el partido no tiene aliciente alguno,
το ματς δεν έχει κανένα ενδιαφέρον
diletantismo 1. α, πρχ ντελικατισμός> ευχαρίστηση με κάτι= ερασιτεχνισμός
diletante 1. ε, α θ, πρχ ντιλετάντης, ερασιτεχνικός, -ή, -ό, ερασιτέχνης