DELIRIO

DELIRIO= ΠΡΧ ΝΤΕΛΙΡΙΟ, ΠΑΡΑ-ΛΗΡΗΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

delirio 1. α, ψυχ, ιατ, ντελίριο, παραλήρημα, sus imágenes son producto del delirio,

οι εικόνες του είναι προϊόν παραληρήματος

2. μτφ, παραλογισμός, nos pareció un delirio que hiciesen ese viaje tan peligroso,

μας φάνηκε ενας παραλογισμός να έκαναν αυτό το τόσο επικίνδυνο ταξίδι

3. σνθ, delirios de grandezas, παραλήρημα μεγαλείου, μεγαλο-μανία

εκφ, ser algo un delirio, είναι κάτι ντελίριο, παραλήρημα απο χαρά,

cuando acabó el banquete, la fiesta fue un delirio,

όταν τελείωσε το τραπέζι, η γιορτή έγινε ενα παραλήρημα χαράς

delirar 1. ρα, ιατ, ψυχ, παραληρώ, la fiebre lo hizo delirar,

o πυρετός τον έκανε να παραληρεί

2. να λέω ασυναρτησίες, παραληρώ, δεν ξέρω τι λέω,

¡tú deliras! δεν ξέρεις τι λες! παραληρείς!

3. μτφ, παθαίνω ντελίριο, πλάκα για κάτι, τρελαίνομαι, παραληρώ,

delira por las carreras de coches, παραληρεί για τους αγώνες αυτοκινήτων

delirante 1. ε, παραληρηματικός, -ή, -ó, imaginación delirante,

παραληρηματική φαντασία

delírium trémens 1. α, τρομώδες παραλήρημα

lasto 1. α, πρχ λ-άστο για μένα= απόδειξη για πληρωμή σε υποχρέωση άλλου

Scroll to Top