DELFÍN= ΠΡΧ ΔΕΛΦΙΝΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
delfín 1. α, δελφίνι
2. μτφ, δελφίνος, επίδοξος, -η διάδοχος, απο ίδιο δελφό> μήτρα
El delfín del presidente argentino cuenta con muchos simpatizantes,
Ο διάδοχος του Αργεντινού προέδρου έχει πολλούς υποστηρικτές
Delfín 1. ονο, el Delfín, ιστ, o Δελφίνος
delfina 1. θ, η γυναίκα του Δελφίνου
Delfinado 1. ονο, el Delfinado, το Ντοφινέ
delfinario 1. α, δελφινάριο
delfínido 1. αζωλ, δελφινίδα
didelfo 1. α, ζωλ, δίδελφυς
delfines, esa 1. ε, από την επαρχία Ντοφινέ της Γαλλίας
2. α θ, γηγενής, κάτοικος επαρχίας Ντοφινέ