CUARZO= ΠΡΧ ΚΟΥΑΡΤΖ> ΧΑΛΑΖΙΑΣ
cuarzo 1. α, ορυ, χαλαζίας, un reloj de cuarzo, ρολόι χαλαζία, ηλεκτρονικό ρολόι
cuarzoso, sa 1. ε, ορυ, χαλαζιακός, -ή, -ó
cuarcífero, ra 1. ε, ορυ, που περιέχει χαλαζία
cuarcita 1. θ, ορυ, χαλαζίτης
CUARZO= ΠΡΧ ΚΟΥΑΡΤΖ> ΧΑΛΑΖΙΑΣ
cuarzo 1. α, ορυ, χαλαζίας, un reloj de cuarzo, ρολόι χαλαζία, ηλεκτρονικό ρολόι
cuarzoso, sa 1. ε, ορυ, χαλαζιακός, -ή, -ó
cuarcífero, ra 1. ε, ορυ, που περιέχει χαλαζία
cuarcita 1. θ, ορυ, χαλαζίτης