CUATRO= ΠΡΧ ΚΟΥΑΤΡΟ> ΚΑΔΡΟ, ΠΡΧ ΚΟΥΤΡΟΥ-ΒΑΛΑ> ΠΕΦΤΩ ΜΕ ΤΑ 4,
ΜΤΘ ΤΕ-ΤΡΑ-ΚΙΣ> ΤΕΣΣΕΡΑ, ΠΡΧ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ, ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΥ, ΣΥΜΜΕΤΡΙΑΣ, ΟΙΚΙΑΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
tetrada 1. θ, τετράς, τετράδα
tetrasílabo 1. α, τετρασύλλαβο, για λέξη, στίχο
tetrasílabo, ba 1. ε, τετρασύλλαβος, -η, -o, palabra tetrasílaba, τετρασύλλαβη λέξη
verso tetrasílabo, τετρασύλλαβος στίχος
tetrástilo, la 1. ε, ατκ, τετράστυλος, -η, -o
tetrástrofo 1. α, ποι, τετράστροφο ποίημα
tetrabrick 1. α, Τετραπάκ
tetracampeón, ona 1. ε, α θ, αθλ, πρωταθλητής, -ια τετράθλου
tetraciclina 1. θ, φρμ, τετρακυκλίνη
tetracordio 1. α, μσκ, τετραχορδία
tetraédrico, ca 1. ε, γμτ, τετράεδρος, -η, -o
tetraedro 1. α, γμτ, τετράεδρο
tetragonal 1. ε, γμτ, τετραγωνικός, -ή, -ó
2. γωλ, τετραγωνικός, -ή, -ó
tetrágono, na 1. ε, γμτ, τετράγωνος, -η, -o
tetrágono 1. α, γμτ, τετράπλευρο
tetragrama 1. α, τετράγραμμα
2. μσκ, τετράγραμμο
tetralogía 1. θ, τετραλογία
tetrámero, ra 1. ε, βοτ, τετραμερής, -ής, -ές
tetramorfos, Tetramorfos 1. α, τεχ, τετράμορφος
tetramotor 1. α, τετρακινητήριο
tetraplejía, tetraplejia 1. θ, ιατ, τετραπληγία
tetrapléjico, ca 1. ε, α θ, ιατ, τετραπληγικός, -ή, -ó.
tetrápodo 1. α, ζωλ, τετράποδο
tetráptero, ra 1. ε, ζωλ, τετράπτερος, -η, -o
tetrarca 1. α, ιστ, τετράρχης
tetrarquía 1. θ, ιστ, τετραρχία
2. αξίωμα τετραρχίας
tetravalente 1. ε, χημ, τετρασθενής, -ής, -ές
tesela 1. θ, πρχ τεσελα> τέσσερα> σαν τετράγωνο= ψηφίδα
teselado, da 1. ε, ψηφιδωτός, -ή, -ó
teselado 1. α, ψηφιδωτό
cuadro πρχ κάδρο και οι ιδιότητες τους
1. α, κάδρο ζωγραφικής, πίνακας, un cuadro de Gauguin, ένας πίνακας του Γκαγκίν
2. κάδρο, πλαίσιο σε κάτι
3. καρό, τετράγωνο σχήμα, lleva un vestido de cuadros, φορά ένα φόρεμα με τετράγωνα,
καρό, una camisa a, de cuadros, ένα καρό πουκάμισο
4. πίνακας με στοιχεία, δεδομένα, el cuadro de ventas, ο πίνακας των πωλήσεων
5. μτφ, σαν κάδρο= Σύνολο εντολών εταιρείας, ενός στρατού ή μιας δημόσιας διοίκησης
6. μτφ, σαν κάδρο ζωγραφικής= σκηνή, σκηνικό, θέαμα από γεγονός εντυπωσιακό,
el bombardeo de la capital ofreció un cuadro desolador,
ο βομβαρδισμός της πρωτεύουσας πρόσφερε ένα σκηνικό ισοπεδωτικό
7. μτφ, περιγραφή, presentó un cuadro alarmante de la situación,
παρουσίασε μια ανησυχητική περιγραφή της κατάστασης
8. λγτ, μτφ, εικόνα, es una novela que refleja un interesante cuadro de costumbres,
είναι ένα μυθιστόρημα που αντανακλά μια ενδιαφέρον εικόνα των εθίμων
9. μτφ, αθλ, ομάδα, el cuadro visitante, η φιλοξενούμενη ομάδα
ή σύνολο ατόμων που δουλεύουν μαζί, El cuadro de locutores de la emisora,
η ομάδα των εκφωνητών του σταθμού
cuadro médico, ιατρικό προσωπικό
10. μτφ, κάδρο κήπου= παρτέρι, un cuadro de flores, ένα παρτέρι με λουλούδια
11. πλφ, σε φύλλο υπολογιστικό, πίνακας ή παράθυρο,
cuadro de cierre, de diálogo, παράθυρο κλεισίματος, διαλόγου
12. πλαίσιο ποδηλάτου, μηχανής, cuadro de bicicleta, moto
13. γμτ, τετράγωνο
14. θτρ, εικόνα
15. ιατ, συμπτωματολογία
16. στρ, μτφ, σύνολο προσώπων που ασκούν εξουσία, αρχηγοί, στελέχη,
Los cuadros del ejército visitaron a las tropas en Iraq,
Τα στελέχη του στρατού επισκέφθηκαν στρατεύματα στο Ιράκ
ή στρατιωτικός σχηματισμός
17. τυπ, πρέσα, πιεστήριο
18. σνθ, cuadro clínico, ιατ, κλινική εικόνα
cuadro de costumbres, ηθογραφία
cuadro de distribución, ηκλ, ηλεκτρικός πίνακας
cuadro de instrumentos, αερ, πίνακας οργάνων
ή αυτ, καδράν, πίνακας οργάνων, ταμπλό
cuadro de mandos, πίνακας ελέγχου
cuadros de mando, στρ, βαθμοφόροι ή οργανόγραμμα
cuadros de mando, διοίκηση σε εταιρία
cuadro flamenco, θίασος φλαμένκο
cuadro sinóptico, συνοπτικός πίνακας
cuadro sueco, φραγμός πιθήκων
cuadro vivo, θτρ, ταμπλό βιβάν
19. εκφ, estar en cuadro, στέκω σε κάδρο= μένει μικρός αριθμός ατόμων σε μέρος
ή λιγότεροι απο το αναγκαίο αριθμό
quedarse en cuadro, μένουν λίγα άτομα σε συγκέντρωση
ή στρ, μένουν από το στράτευμα μόνο οι βαθμοφόροι
ή έχω, περιορίζομαι σε μικρό αριθμό μελών για σωματείο
ή μένω χωρίς οικογένεια, περιουσία, απομονωμένος
quedarse a cuadros, οικ, μτφ, μένω με στόμα σαν κάδρο> ανοιχτό= μένω άφωνος
hecho, cha un cuadro, πρχ σαν κάδος= ατημέλητος, -η, -ο, κακοντυμένος, -η, -ο
becuadro 1. α, μσκ, αναίρεση
cuadra 1. θ, μτφ, στάβλος αλόγων, la cuadra aloja yeguas, ο στάβλος φιλοξενεί φοράδες
ή σύνολο αλόγων ιδιοκτήτη
ή σύνολο αναβατών
2. οικ, μτφ, χώρος σαν κάδρο> στάβλος = στάβλος, αχούρι, τρώγλη,
aquí no se puede vivir, esta casa es una cuadra,
εδώ δεν μπορεί να ζήσει κάποιος, αυτό το σπίτι είναι ένας στάβλος
3. θάλαμος σε στρατόπεδο, νοσοκομείο, φυλακή
4. μεγάλη αίθουσα
5. μονάδα μέτρησης μήκους ίση με ένα τέταρτο του μιλίου
cuatrero, ra 1. α θ, πρχ που κλέβει από cuadra> στάβλο= ζωοκλέφτης, -ρα
2. αλογοκλέφτης, -ρα
encuadrar 1. ρμ, βάζω σε στάβλο τα ζώα
cuadrada 1. θ, μσκ, βραχύ
cuadradillo 1. α, προστατευτική, ενισχυτική, διακοσμητική φάσα, απλικέ
2. κανόνας, χάρακας
3. είδος σιδερένιας τετράγωνης ράβδου, σιδερένιο πηχάκι τετράγωνο
cuadrado, da 1. ε, γμτ, για σχήμα, τετράγωνος, -η, -o
2. μαθ, τετράγωνος, -η, -o, raíz cuadrada, τετραγωνική ρίζα
metro, kilómetro cuadrado, τετραγωνικό μέτρο, χιλιόμετρο
3. οικ, μτφ, για σώμα, τετράγωνος, -η, -ο, σωματώδης, -ης, -ες, ντουλάπα,
en el gimnasio se ha puesto cuadrado, στο γυμναστήριο έγινε τετράγωνος
4. μτφ, για αποτέλεσμα, σαν κάδρο= τέλειος, -α, -ο,
el proyecto nos ha salido cuadrado, το πρότζεκτ βγήκε τέλειο
5. μτφ, για τρόπο σκέψης, στενόμυαλος, -ή, -ό, κλειστός, -ή, -ό
cuadrado 1. α, γμτ, μαθ, τετράγωνο
2. κανόνας, χάρακας
3. τυπ, καρέ
4. εκφ, elevar al cuadrado, υψώνω στο τετράγωνο
dejar ή poner a uno de cuadrado, αφήνω κάποιον σαν κάδρο= άφωνο, εμβρόντητο,
su habilidad para convencerlos la dejó de cuadrado,
η ικανότητα του για να τους πείσει την άφησε άφωνη
cuadrafonía 1. θ, τετραφωνία
cuadrafónico, ca 1. ε, τετραφωνικός, -ή, -ό, τετρακάναλος, -η, -ο
cuadragenario, ria 1. ε, α θ, πρχ καδρο-γενεάριος= είναι σαράντα ετών, σαραντάρης, -ρα
cuadragesimal 1. ε, θρη, σαρακοστιανός, -ή, -ό
cuadragésimo, ma 1. ε, τεσσαρακοστός, -ή, -ó
cuadragésimo 1. ,α, τεσσαρακοστό
cuadral 1. α, ατκ, καδρόνι
cuadrangular 1. ε, τετράγωνος, -η, -o
cuadrángulo, la 1. ε, γμτ, τετράγωνος, -η, -o
cuadrángulo 1. α, γμτ, τετράγωνο
cuadrante 1. α, γμτ, τεταρτημόριο
2. αστρ, ηλιακό ρολόι
3. ναυ, τετράς
4. ατκ, καδρόνι
5. θρη, πίνακας με τις λειτουργίες της ημέρας
6. καντράν ρολογιού
cuadrático, ca 1. ε, μαθ, τετραγωνικός, -ή, -ό, δευτεροβάθμιος, -α, -ο
cuadratín 1. α, τυπ, τετραγωνίδιο, μεταλλικό στοιχείο που μπαίνει ανάμεσα στα γράμματα για να δημιουργήσει κενά στην εκτύπωση
2. στοιχείο δώδεκα στιγμών
cuadratura 1. θ, γμτ, αστρ, τετραγωνισμός
2. ξυλ, γώνιασμα
3. εκφ, la cuadratura del círculo, o τετραγωνισμός του κύκλου
cuadrilla 1. θ, μτφ, σύνολο ατόμων σε δουλειά ή με φιλία, ομάδα, παρέα, συνεργείο,
no hay nada como una cena con la cuadrilla,
δεν υπάρχει τίποτα όπως ένα δείπνο με την παρέα
La cuadrilla de obreros ferroviarios va a construir dos vía férreas más.
Το συνεργείο των σιδηροδρομικών εργατών θα κατασκευάσει δύο ακόμη σιδηροδρομικές γραμμές
ή ομάδα, σύνολο σε δημόσιες γιορτές, el desfile de cuadrillas con sus bandas de música,
η παρέλαση των ομάδων με τις μουσικές μπάντες τους
2. ομάδα κακοποιών, σπείρα, τσούρμο
3. ταυ, ομάδα ταυρομάχων
4. σύνολο σκύλων κυνηγιού
5. ιστ, ομάδα τοξοτών της Αγίας Αδελφότητας
6. στρ, διμοιρία, απόσπασμα, La cuadrilla atacó el fuerte sin apoyo de la artillería,
Η διμοιρία επιτέθηκε στο φρούριο χωρίς υποστήριξη πυροβολικού
cuadrillero 1. α, καδρολ-άρης> που οδηγεί την ομάδα= εργοδηγός, επιστάτης
acuadrillar 1. ρμ, ραντ, βάζω σε κάδρο άτομα= σχηματίζω, φτιάχνω ομάδα ατόμων,
acuadrilló a los hombres del vecindario, έκανε ομάδα τους άνδρες της γειτονιάς
2. αρχηγεύω σε ομάδα, διοικώ ομάδα ατόμων
cuadril 1. α, ισχιακό, λαγόνιο οστό
2. ισχίο
3. καπούλι ζώου
4. κιλότο
encuadre 1. α, φωτ, καδράρισμα
2. κνμ, καδράρισμα κάμερας σε εικόνα
3. σύστημα κεντραρίσματος εικόνας σε τηλεόραση
4. πράξη και αποτέλεσμα του encuadrar
encuadrar 1. ρμ, πρχ εν> βάζω σε κάδρο, πλαισιώνω, κορνιζάρω, encuadraré este retrato,
θα βάλω σε κάδρο αυτό το πορτρέτο
2. χρησιμεύω σαν κάδρο, πλαίσιο σε κάτι, una pequeña línea encuadraba su pintura,
μια μικρή γραμμή πλαισίωνε την ζωγραφιά του
3. ρμ, μτφ, βάζω σε κάδρο, πλαίσιο χρονικό, χωρικό ένα γεγονός, άτομο ή πράγμα,
κατηγοριοποιώ, τοποθετώ, χαρακτηρίζω,
Yo encuadraría a la banda como una banda de metal pesado,
Θα χαρακτήριζα το συγκρότημα ως heavy metal συγκρότημα
4. ρμ, φωτ, καδράρω
5. μτφ, μπαίνω σε κάδρο κλήρωσης, κληρώνομαι, μπαίνω σε όμιλο,
la selección griega se ha quedado encuadrada en el grupo 3,
η Εθνική Ελλάδος κληρώθηκε στο τρίτο όμιλο
6. στρ, κατατάσσω
7. ραντ, μτφ, μπαίνω σε κάδρο= εντάσσομαι σε ένα πλαίσιο, τοποθετούμαι,
se encuadró en el partido comunista, εντάχθηκε στο κομουνιστικό κόμμα,
esta ley se encuadra en la nueva política económica del gobierno,
αυτός o νόμος εντάσσεται στη νέα οικονομική πολιτική της κυβέρνησης
su obra se encuadra en el romanticismo, το έργο του τοποθετείται στον ρομαντισμό
encuadramiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του encuadrar
2. συμπερίληψη ατόμων σε ομάδα, el encuadramiento de jugadores en el equipo oficial,
η συμπερίληψη παικτών στην επίσημη ομάδα
3. κατηγοριοποίηση
4. στρ, κατάταξη σε στρατιωτική μονάδα
cuadrar πρχ καδράρω> τετραγωνίζω, μτφ ταιριάζω, και οι ιδιότητες του τετραγώνου
1. ρμ, καδράρω= δίνω σχήμα τετράγωνο, τετραγωνίζω,
cuadró la masa para hacer una tarta, τετραγώνισε το ζυμάρι για να κάνει μια τούρτα
2. ρα, μτφ, κάτι καδράρει με κάποιον= ταιριάζει, tu carácter no cuadra con el suyo,
ο χαρακτήρας σου δεν ταιριάζει με τον δικό του
3. για πράγματα, ταιριάζω, los colores del vestido cuadran con el tono de los zapatos,
τα χρώματα του φορέματος δεν ταιριάζουν με τον τόνο των παπουτσιών
4. μτφ, είμαι κατάλληλος, ταιριάζω, κολλάω, κάνω, συμβαδίζω, για κάτι που συμφωνεί,
hay algo en su explicación que no cuadra, υπάρχει κάτι στην εξήγησή του που δεν κολλάει
5. για λογαριασμούς, αριθμούς, συμφωνώ, estas cuentas no cuadran,
αυτοί οι λογαριασμοί δεν συμφωνούν
cuadrar con, για πληροφορία, δεδομένα, συμπίπτω,
nuestros datos no cuadran con los suyos, τα στοιχεία μας δεν συμπίπτουν με τα δικά τους
6. μτφ, για κάτι που μου κάθεται καλά σαν κάδρο= ικανοποιώ, βολεύω, ταιριάζω,
ese trabajo cuadra con tu forma de ser, αυτή η δουλειά ταιριάζει με το είναι του
Si cuadra, me paso por el supermercado y hago la compra.
Αν βολεύει, περνάω από σούπερ μάρκετ και κάνω τα ψώνια
7. μτφ, καδράρω= ισοσκελίζω έσοδα με έξοδα, επιτυγχάνω ισορροπία ισοζύγιο πληρωμών
8. σε ζωγραφική, διαχωρίζω, διαιρώ σε τετραγωνίδια
9. μαθ, υψώνω στο τετράγωνο
10. γμτ, τετραγωνίζω
11. ξυλ, γωνιάζω, τετραγωνίζω
12. τυπ, συμπίπτω
13. ραντ, στρ, μτφ, καδράρομαι στο σώμα= στέκομαι προσοχή,
Las tropas se cuadraron y escucharon el discurso del general,
Τα στρατεύματα στάθηκαν προσοχή και άκουσαν την ομιλία του στρατηγού
14. ταυ, όταν ο ταύρος στέκεται δίχως να μετακινεί τα πόδια του, σε στάση προσοχής
15. ιππ, στέκομαι ακίνητος, El caballo se cuadró y el jinete se bajó,
Το άλογο στάθηκε ακίνητο και ο αναβάτης κατέβηκε από το άλογο
16. μτφ, καδράρομαι σε άποψη= παραμένω αμετακίνητος στην γνώμη μου, δεν υποχωρώ, σκληραίνω τη στάση μου, María se cuadró en su opinión a pesar de las críticas,
η Μαρία παρέμεινε στην γνώμη της παρόλο τις κριτικές
escuadra 1. θ, τρίγωνο, γνώμονας, μεταλλική γωνία
2. μτφ, ομάδα ατόμων
3. αθλ, στο ποδόσφαιρο, οι γωνίες στη συμβολή των δοκαριών του τέρματος, «γάμα»
4. ναυ, μοίρα
5. στρ, απόσπασμα ή αρχηγός αποσπάσματος
6. ερλ, εραλδικό σχέδιο που Θυμίζει το γράμμα Γ
7. ορθή γωνία, Azulejos en escuadra, πλακάκια σε ορθή γωνία
8. σνθ, escuadra de agrimensor, τοπογραφικός γνώμονας, οπτικό ορθογωνιό-μετρο escuadra falsa, móvil, ξυλ, παράγωνο
9. εκφ, fuera de escuadra, σε λοξή γωνία
labrar a escuadra, κόβω κατά ορθή γωνία
escuadrar 1. ρμ, κόβω κατά ορθή γωνία, ορθογωνίζω
2. γωνιάζω αντικείμενο, τοποθετώ σε ορθή γωνία
3. τετραγωνίζω
escuadración 1. θ, τχν, κόψιμο για τετραγώνιση ή ορθογωνίαση πέτρας
escuadreo 1. α, μέτρηση εδάφους σε κάδρα= χωρομετρία, χωρομέτρηση, αποτύπωση
2. σνθ, escuadreo por áreas, μέτρηση εμβαδού γης σε στρέμματα
escuadría 1. θ, κατ, σύνολο των δύο διαστάσεων της διατομής μιας δοκού
escuadrilla 1. θ, στρ, καδρούλι πλοίων= στολίσκος, llegó a puerto una escuadrilla americana,
έφτασε στο λιμάνι ένας στολίσκος αμερικάνικος
2. σμήνος αεροσκαφών, escuadrilla de aviones
escuadrón 1. α, στρ, μοίρα, σμήνος αεροσκαφών
2. ίλη αλόγων, escuadrón de caballería
3. σνθ, escuadrón de infantería, διμοιρία πεζικού
escuadrón de la muerte, διμοιρία του θανάτου
4. εκφ, evolucionar en escuadrón, κινούμαι κατά διμοιρία
escuadronar 1. ρμ, στρ, σχηματίζω διμοιρία, ίλη
recuadrar 1. ρμ, πρχ περι-καδράρω= πλαισιώνω, κορνιζάρω, βάζω σε κάδρο,
recuadrar un artículo en un periódico, βάζω σε πλαίσιο ένα άρθρο σε μια εφημερίδα
2. σχηματίζω τετράγωνο σχήμα σε χαρτί ή επιφάνεια, τετραγωνίζω
recuadro 1. α, πλαίσιο, κορνίζα
2. τετραγωνίδιο, κουτάκι σε έντυπο
3. τυπ, έντονο πλαίσιο
cuadrícula 1. θ, πλέγμα τετραγώνων που προκύπτουν από τομή οριζοντίων και καθέτων γραμμών
cuadricular 1. ε, τετραγωνισμένος, -η, -ο, διαγραμμισμένος -η, -ο σε τετράγωνα,
σχετικός με τον τετραγωνισμό, τη διαγράμμιση, página cuadricular, σελίδα τετραγωνισμένη
cuadricular 1. ρμ, τετραγωνίζω, διαγραμμίζω χαρτί
2. διαχωρίζω, διαιρώ σε τετραγωνίδια σχέδιο
cuadriculación 1. θ, τετραγωνισμός, διαγράμμιση
2. διαίρεση σε τετραγωνίδια
cuadriculado, da 1. ε, για χαρτί, τετραγωνισμένος, -η, -ο, καντριγιέ
2. μτφ, για άτομο που δεν βγαίνει από το κάδρο σκέψης, ιδέας, συνήθειας του,
κλειστόμυαλος, -ή, -ό, κλειστός, -ή, -ό, es una persona de mente cuadriculada,
είναι ένα άτομο με νοοτροπία κλειστή
cuadriculado 1. α, καρό ύφασμα
cuadricenal 1. ε, πρχ καδρο-χρονο= που γίνεται, επαναλαμβάνεται κάθε σαράντα χρόνια
cuadríceps 1. α, ανα, τετρα-κέφαλος
cuadridimensional 1. ε, φσκ, τετραδιάστατος, -η, -ο
cuadrilocular 1. ε, βοτ, πρχ καδρο-φυλλο= τετρασχιδής, -ής, -ές
cuadrífido, da 1. ε, βοτ, τετρασχιδής, -ής, -ές
cuadrifoliado, da 1. ε, βοτ, τετράφυλλος, -η, -o
cuadrifolio, a 1. ε, βοτ, τετράφυλλος, -η, -o
cuadrifolio 1. α, τετράφυλλο
cuadripétalo, la 1. ε, βοτ, τετραπέταλος, -η, -o
cuadriga 1. θ, πρχ καδρ-αγητό= αρχαίο τέθριππο
cuadriguero 1. α, οδηγός τέθριππου
cuadrigémino 1. ε, α, ανα, πρχ καδρο-γέννημα= τετράδυμος, -η, -o, τετράδυμο
cuadrigentésimo, ma 1. ε, α θ, τετρακοσιοστός, -ή, -ó
cuadrilateral 1. ε, πρχ καδρο-πλατο= τετρά-πλευρος, -η, -o
cuadrilátero, ra 1. ε, γεω, τετράπλευρος, -η, -o
cuadrilátero 1. α, γεω, τετράπλευρο
2. αθλ, μτφ, ρινγκ πυγμαχίας
cuadrilítero, ra 1. ε, τετραγράμματος, -η, -ο, με τέσσερα γράμματα
cuadrilongo, ga 1. ε, γμτ, ορθογώνιος, -α, -o, παραλληλόγραμος, -η, -o
cuadrilongo 1. α, γμτ, ορθογώνιο παραλληλόγραμμο
cuadrinieto, ta 1. α θ, τετρασέγγονο
cuadrinomio 1. α, μαθ, αλγεβρική παράσταση με τέσσερις όρους
cuadripolar 1. ε, τετραπολικός, -ή, -ó
cuadrisílabo, ba 1. ε, τετρασύλλαβος, -η, -o
cuadrisílabo 1. α, τετρασύλλαβος
cuadrivalente 1. ε, χημ, τετρα-σθενής, -ής, -ές, σχετικός, -ή, -ό με τέσσερις τιμές
cuadrivio 1. α, σε αρχαία εκπ, ιστ, οι τέσσερεις ανώτερες επιστήμες στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική
2. μτφ, πρχ καδρο-βαίνω= σταυροδρόμι
cuadrumano, na, cuadrúmano, na 1. ε, ζωλ, τετράχειρος επί πιθήκων
cuadrumano, cuadrúmano 1. α, θηλαστικό που διαθέτει αντίχειρα στα άκρα του
cuadrúpedo 1. α, ζωλ, τετράποδο
cuádruple, cuádruplo, pía 1. ε, τετρα-πλάσιος, -α, -o
cuádruple, cuádruplo 1. α, τετραπλάσιο, el cuádruple de gente, o τετραπλάσιος κόσμος
las exportaciones han aumentado el cuádruple, οι εξαγωγές έχουν αυξάνει το τετραπλάσιο, τετραπλασιαστεί
cuádruplex 1. α, τετραπλός τηλέγραφος
cuadruplicar, cuadriplicar 1. ρμ, τετραπλασιάζω
2. ραντ, τετραπλασιάζομαι
cuadruplicación 1. θ, τετραπλασιασμός
cuadruplicado 1. α, τετραπλασιασμένος, τετραπλασιασμένη, τετραπλασιασμένο
cuaderno 1. α, πρχ σαν κάδρο ή κουατρο> 4> τετρα-διο= τετράδιο
2. σνθ, cuaderno de actividades, de dibujo, de notas, τετράδιο δραστηριοτήτων,
μπλοκ σχεδίου, σημειωματάριο
cuaderno de bitácora, ναυ, βιβλίο πλοίου
cuadernillo 1. α, βιβλιαράκι
2. ένθετο εφημερίδας, cuadernillo de periódico
3. τσιγαρό-χαρτο
4. τυπ, τυπογραφικό πέντε φύλλων
5. θρη, εορτολόγιο
encuadernar 1. ρμ, πρχ εν-καδράρω χαρτί= βιβλιοδετώ
encuadernación 1. θ, τεχνική βιβλιοδεσίας
2. πράξη και αποτέλεσμα βιβλιοδεσίας
3. βιβλιοδετείο
4. σνθ, encuadernación en pasta, βιβλιοδεσία με δέρμα
encuadernación en piel, δερμάτινη βιβλιοδεσία
encuadernación en rústica, βιβλιοδεσία με ράψιμο
encuadernador, ra 1. α θ, βιβλιοδέτης
reencuadernar 1. ρμ, τυπ, βιβλιοδετώ για δεύτερη φορά
reencuadernación 1. θ, τυπ, δεύτερη βιβλιοδεσία
descuadernar 1. ρμ, πρχ ξε-καδράρω δομή βιβλίου= χαλάω το δέσιμο ενός βιβλίου
2. μτφ, ξεκαδράρω την δομή, τάξη σε κάτι, χαλάω, αναστατώνω,
Descuadernar el juicio, Χαλάω την κρίση σε κάποιον
2. ραντ, ξεκαδράρεται= διαλύεται το δέσιμο ενός βιβλίου
desencuadernado, da 1. ε, μη βιβλιοδετημένος, -η, -ο, χωρίς εξώφυλλο, βιβλιοδεσία
desencuadernar 1. ρμ, διαλύω, αφαιρώ τη βιβλιοδεσία
2. ραντ, desencuadernarse, διαλύομαι για βιβλιοδεσία, μου φεύγουν τα φύλλα
desencuadernado 1. α, μτφ, τράπουλα, σαν κάδρα> φύλλα χωριστά
cuaderna 1. θ, παιχνίδι ταβλιού τετράδα
2. ναυ, μτφ, σαν καδρόνια= στραβόξυλο, σκελετός του πλοίου
3. σνθ, cuaderna maestra, ναυ, καδρόνι μαεστρικό= κεντρικό στραβόξυλο, που μπαίνει στο πιο πλατύ σημείο του σκάφους
cuaderna vía, ποι, στροφή αποτελούμενη από τέσσερις αλεξανδρινούς στίχους
cuadernal 1. α, ναυ, σύνολο από δύο ή τρεις τροχαλίες παράλληλα τοποθετημένες μέσα στον σκελετό του πλοίου, επειδή έχει σχήμα κάδρου η τροχαλία
carné, carnet 1. α, πρχ καρνέ= δελτίο ταυτότητας, ταυτότητα, el carné de identidad
ή δελτίο πιστοποίησης για κάτι, carné de conducir, δίπλωμα οδήγησης
2. σημειωματάριο
3. ατζέντα
4. ευρετήριο διευθύνσεων
5. κάρτα μέλους, carné de socio
6. σνθ, carné de baile, κάρτα χορού
carné de biblioteca, κάρτα βιβλιοθήκης
carné de estudiante, μαθητικό, φοιτητικό πάσο
carné de familia numerosa, κάρτα πολύτεκνης οικογένειας
carné joven, κάρτα νεότητας
7. εκφ, sacarse el carné, βγάζω δίπλωμα
cuatro πρχ κάδρο> τέσσερα, πρχ κουτρου-βαλα> πέφτω με τα 4, κουατρο> τε-τρα> 4
1. ε, α, για μέτρημα, τέσσερα, tiene cuatro años, είναι τεσσάρων χρονών
για ημερομηνία, el dia cuatro, στις τέσσερις του μηνός
τέταρτος, -η, -ο σε σειρά, el cuatro de la lista, ο τέταρτος της λίστας
2. σαν αντωνυμία, τέσσερα, τέσσερεις, -εις, -α, éramos cuatro, ήμασταν τέσσερεις
3. α, μτφ, λίγη ποσότητα απο κάτι, δυο-τρία, me dijo cuatro cosas y se fue,
μου είπε τέσσερα πράγματα και έφυγε
cayeron cuatro gotas, έπεσαν δυο-τρεις σταγόνες
4. αριθμός γραφικός τέσσερα, 4, escribe un cuatro, γράψτε ένα 4, τέσσερα
5. για διευθύνσεις, vive en el cuatro de la calle de la Libertad,
μένει στην οδό Ελευθερίας 4
6. σε παιχνίδι, τέσσερα, el cuatro de oros, corazones, το τέσσερα καρό, κούπες
7. αθλ, τετράκωπος, cuatro con, sin timonel, τετράκωπος με, χωρίς πηδαλιούχο
8. σνθ, cuatro ojos, οικ, μτφ, 4 μάτια= γυαλάκιας
cuatro por cuatro, τετρακίνητο, 4×4
9. εκφ, de cuatro en cuatro, τέσσερεις-τέσσερεις
de cuatro por ocho, μσκ, τέσσερα όγδοα
cuatro 1. θ πλ, τέσσερεις η ώρα, Son las cuatro de la mañana, Είναι τέσσερεις το πρωί
cuatrocentista 1. ε, α θ, τεχ, του 15ου αιώνα
cuatrocientos, tas 1. ε, για μέτρημα, σειρά, τετρακόσια, pesa cuatrocientos gramos,
ζυγίζει τετρακόσια γραμμάρια
página cuatrocientos, σελίδα τετρακόσια
2. σαν αντωνυμία, τετρακόσιοι, -ιες, -ια, vinieron cuatrocientos, ήρθαν τετρακόσιοι
cuatrocientos 1. α, τετρακόσια, me ha tocado el cuatrocientos, μου έτυχε o αριθμός 400
2. εκφ, el Cuatrocientos, o 15ος αιώνας
cuatrodoblar 1. ρμ, τετρα-διπλώνω= τετραπλασιάζω
Quattrocento 1. ονο, Κουατροτσέντο
cuaterna 1. θ, τετράδα σε λόττο
cuaterno, na 1. ε, τετραψήφιος, -α, -o
cuaternario 1. α, γωλ, Τεταρτογενές
cuaternario, ria 1. ε, γωλ, τεταρτογενής, -ής, -ές
cuatreño, ña 1. ε, για βοοειδές, τετρά-χρονος, -η, -o
cuatrillo 1. α, είδος παιχνιδιού με τράπουλα
cuatrillón 1. α, επτάκις εκατομμύριο
cuatrinca 1. θ, τετράδα αντίπαλων ατόμων σε διαγωνισμό
2. τετρακτύς
catorce πρχ 4+10> κατορ-θε> τεσσερα-δε-κα> δεκα-τέσσερα
1. ε, για μέτρημα, σειρά, δεκατέσσερις, -εις, -α, tiene catorce años,
είναι δεκατεσσάρων χρονών
se sentaron en la fila catorce, κάθισαν στην σειρά δεκατέσσερα
2. σαν αντωνυμία, δεκατέσσερα, seremos catorce en la cena,
θα είμαστε δεκατέσσερα άτομα στο δείπνο
3. α, 14, δεκατέσσερα
4. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, llegaremos el catorce de mayo,
θα φτάσουμε στις δεκατέσσερις του Μαΐου
vive en el número catorce, μένει στο νούμερο δεκατέσσερα
catorceavo, va, catorzavo, va 1. ε, δέκατος, -η, -o τέταρτος, -η, -o
catorceavo, catorzavo 1. α, δέκατο τέταρτο
catorceno, na 1. ε, δέκατος, -η, -o τέταρτος, -η, -o
cuarto 1. α, ¼ από κάτι, τέταρτο, – ¿cuánto le pongo? – un cuarto
– πόσο να σας βάλω; – ένα τέταρτο
2. τέταρτο ώρας, 15 λεπτά, un cuarto de hora, ένα τέταρτο της ώρας
son las dos y cuarto, είναι δύο και τέταρτο
3. μτφ, ¼ χώρου σε οικία= δωμάτιο, el piso tiene dos cuartos y una cocina,
το διαμέρισμα έχει δύο δωμάτια και μια κουζίνα
4. μτφ, υπνοδωμάτιο, se encerró en su cuarto, κλείστηκε στο δωμάτιό του
5. τέταρτο φεγγαριού, cuarto de Luna,
cuarto creciente, menguante, πρώτο, τελευταίο τέταρτο
6. εκπ, τέταρτο έτος, un estudiante de cuarto de Historia,
ένας τεταρτοετής φοιτητής της Ιστορίας
ή τετάρτη τάξη σε σχολείο
7. τέταρτο, τεταρτημόριο ζώου
8. τεταρτημόριο εδάφους
9. ναυ, τεταρτοκύκλιο
10. στρ, χρόνος σκοπιάς, σαν τέταρτο νύκτας
11. κτν, επιμήκης σχισμή προσοπλίου
12. σνθ, cuarto amueblado, επιπλωμένο δωμάτιο
cuarto de aseo, τουαλέτα
cuarto de banderas, στρ, αίθουσα τιμών
cuarto de baño, μπάνιο
cuarto de dormir, υπνοδωμάτιο
cuarto de estar, σαλόνι
cuarto de huéspedes, ξενώνας
cuarto de derrota,ναυ, θάλαμος ρότας> χαρτών
cuarto delantero, trasero, πρόσθιο, οπίσθιο τεταρτημόριο, τέταρτο
cuarto oscuro, φωτ, σκοτεινός θάλαμος
ή μτφ, σκοτεινό δωμάτιο για σέξ
cuartos de final, αθλ, ¼ για τελικό= προημιτελικά
cuarto trastero, αποθήκη
tres cuartos, παλτό τριών τετάρτων
ή αθλ, τρία τέταρτα σε ράγκμπι
13. εκφ, dar un cuarto al pregonero, μτφ, δίνω ένα δωμάτιο στο ντελάλη να δει στο σπίτι= βγάζω τα άπλυτα στη φόρα
de tres al cuarto, de cuatro cuartos, από 3 στο τέταρτο ή από 4 τέταρτος, ασήμαντος
echar su cuarto a espadas, μτφ, ρίχνω, χώνω τη μύτη μου
encerrar en el cuarto oscuro, εγκλείω στο σκοτεινό δωμάτιο= τιμωρώ, κλείνω στην αποθήκη
en cuarto, τυπ, σε κουάρτο, οκτασέλιδο σχήμα
en cuarto mayor, menor, τυπ, μεγάλο, μικρό οκτασέλιδο σχήμα
¡qué… ni qué ocho cuartos! οικ, μτφ, τι… και πράσινα άλογα!,
¡qué fiesta ni qué ocho cuartos, tú te quedas en casa!
τι πάρτι και πράσινα άλογα, στο σπίτι θα μείνεις!
ser tres cuartos de lo mismo, οικ, μτφ, είναι ¾ από το ίδιο= είναι το ίδιο, ταλ κουαλ,
δεν πάω πίσω, είμαι μία από τα ίδια, τα ίδια και χειρότερα,
uno es aburrido y el otro tres cuartos de lo mismo, ο ένας είναι βαρετός και ο άλλος το ίδιο
sin soltar un cuarto, οικ, χωρίς να δώσω δεκάρα
cuartos 1. α πλ, οικ, μτφ, πρχ κ-ουαρτος> χ-αρτιά ή σαν κάδρα τα χαρτονομίσματα=
χαρτί, χρήμα, φράγκα, me he quedado sin cuartos para pagar el alquiler,
έχω μείνει χωρίς χρήμα για να πληρώσω το νοίκι
2. εκφ, cuatro cuartos, πενταροδεκάρες, trabajó como un negro y le pagaron cuatro cuartos,
δούλεψε σαν σκύλος και τον πλήρωσαν πενταροδεκάρες
aflojar los cuartos, πρχ φλου τα χαρτιά= τα σκάω
estar sin un cuarto, οικ, στέκω χωρίς ένα χαρτί= δεν έχω φράγκο
manejar los cuartos, οικ, διαχειρίζομαι τα οικονομικά
no andar bien de cuartos, οικ, δεν πάω καλά από φράγκα, λεφτά
no tener cuartos, οικ, δεν έχω δεκάρα
sacar cuartos, ξεζουμίζω κάποιον οικονομικά
tener muchos cuartos, οικ, κολυμπάω στο χρήμα
cuarto, ta 1. ε, τέταρτος, -η, -o, llegó en cuarta posición, κατέλαβε την τέταρτη θέση,
es el cuarto estudiante por la derecha, είναι ο τέταρτος φοιτητής από τα δεξιά
2. για βασιλείς, Πάπα, τέταρτος, Felipe IV de España, o Φίλιππος o Δ’ της Ισπανίας
3. για διαίρεση, un cuarto de kilo, ένα τέταρτο του κιλού,
le di la cuarta parte, του έδωσα το ένα τέταρτο
4. α θ, τέταρτος, τέταρτη, τέταρτο, llegaron los cuartos, ήρθαν τέταρτοι
el cuarto de la lista, o τέταρτος στην λίστα, κατάλογο
cuartucho 1. α, υτμ, πρχ καδρ-ούτσο> σαν σχήμα οικίας= τρώγλη
cuartofinalista 1. ε, α θ, αθλ, σχετικός, -ή, -ό με τα προημιτελικά, που έχει περάσει στα προημιτελικά.
cuartogénito, ta 1. ε, 4-γέννητος= τεταρτό-τοκος, -ος, -ο
cuartón 1. α, πρχ καδρόν-ι, μαδέρι, δοκός
cuartear πρχ τεταρτίζω κάτι, σαν να το διαιρώ σε κομμάτια
1. ρμ, διαιρώ, χωρίζω στα 4, cuarteó la herencia, μοίρασε την κληρονομιά στα τέσσερα
2. διαιρώ σε αρκετά μέρη, τεμαχίζω, διαμελίζω, cuarteó el pollo, τεμάχισε το κοτόπουλο
3. κόβω στα τέσσερα, cuartea la sandia, κόψε το καρπούζι στα τέσσερα
4. για ζώο, τεμαχίζω, cuartearon la vaca, τεμάχισαν την αγελάδα
5. μτφ, χαράζω επιφάνεια, ραγίζω, ξεφλουδίζω, σκάζω,
las altas temperaturas cuartearon la tierra, οι υψηλές θερμοκρασίες χάραξαν το έδαφος,
el sol cuartea la pintura, o ήλιος ξεφλουδίζει τη μπογιά
6. συμμετέχω σε παιχνίδι σαν τέταρτος σε σειρά
7. ρα, αυξάνω την τιμή πλειστηριασμού κατά το ένα τέταρτο
8. ταυ, τρέχω προς τον ταύρο κάνοντας κάδρο> κύκλους για να αποφύγω τα κέρατα
9. ραντ, για θεμέλια, ραγίζω
cuarteo 1. α, σκάσιμο τοίχου, ρωγμή επιφάνειας, ράγισμα υλικού
2. ταυ, κυκλική κίνηση αποφυγής
3. πράξη και αποτέλεσμα του cuartear, cuartearse
cuartar 1. ρ, αγρ, κάνω την τέταρτη άροση
descuartizar πρχ δια-τεταρτίζω κάτι, χωρίζω σε κομμάτια
1. ρμ, διαμελίζω άνθρωπο
2. τεμαχίζω ζώο
3. τεμαχίζω, χωρίζω έδαφος
4. τεμαχίζω αντικείμενο
descuartizamiento 1. α, διαμελισμός
2. τεμαχισμός
encuarte 1. α, πρχ εν-τέταρτο= βοηθητικό άλογο
quarterback 1. α, αθλ, πασαδόρος, τροφοδότης σε αμερικάνικο ποδόσφαιρο
cuarteto 1. α, κουαρτέτο, ομάδα από 4
2. μσκ, κουαρτέτο
3. ποι, τετράστιχο με ενδεκασύλλαβους στίχους
cuarteta 1. θ, λγτ, τετράστιχο
cuartilla 1. θ, μτφ, σαν καδρ-ούλα= κόλλα χαρτί, φύλλο
2. μτφ, μεσοκύνιο ζώου
acuartillar 1. ρα, λυγίζω πολύ τους ταρσούς, για άλογα
cuartilludo, da 1. ε, για άλογο, που έχει μεγάλα μεσοκύνια
cuartillo 1. α, μονάδα μέτρησης υγρών που ισοδυναμεί με 0,504 λίτρα
ή μονάδα μέτρησης που ισοδυναμεί με 1,156 λίτρα
2. αρχαίο τέταρτο ενός ρεαλιού
cuarterola 1. θ, πρχ τε-ταρτο-βα-ρέλα= βαρέλι μέτριο, σαν ¼
cuarterón, ona 1. ε, πρχ από κουαρτέτο= σύμμικτος, -η, -o από γονείς
2. α θ, μιγάς, μιγάδα από Ισπανό και Ινδιάνα
cuarterón 1. α, τέταρτο μέρος
2. 1/4 , τέταρτο βάρος από κάτι
3. ξυλ, μτφ, παραθυρόφυλλο, σαν ¼ από σύνολο
ή φάτνωμα, πλαίσιο, σαν κάδρο
cuartazos 1. α, μτφ, σαν κάδρο= τετράγωνος, ογκώδης άνθρωπος, ντουλάπα
cuarteador, ra 1. ε, α θ, κουαρτετ-αρης= που φροντίζει τα άλογα ζεύξης, 2+2,
άτομο που φροντίζει τα άλογα ζεύξης
cartabón πρχ κάδρο> κουαρτα> ορθογώνιο σχήμα
1. α, τρίγωνο σχεδιαστή, γνώμονας, κανόνας
2. κανόνας, αλφάδι υποδηματοποιού, cartabón de zapatero
3. γνώμονας αγρομετρητή
contracuartelado, da 1. ε, ερλ, πρχ κοντρα-κουαρτο-πλατο= ασπίδα με τέσσερα χωρίσματα εναλλάξ τοποθετημένα με χρώμα και με μέταλλο
cuarta 1. θ, ¼, τέταρτο
2. πιθαμή
3. αυτ, τετάρτη
4. αθλ, τετράδα σε ξιφομαχία
5. μσκ, τέταρτο
6. αστρ, τέταρτο
7. στρ, ομάδα, τμήμα
8. εκφ, meter, poner la cuarta, βάζω τετάρτη
no levantar una cuarta del suelo, για άτομο, δεν σηκώνει μια σπιθαμή από το έδαφος=
μιας πιθαμής άνθρωπος
cuartana 1. θ, ιατ, τεταρταίος πυρετός
cuartanal 1. ε, ιατ, σχετικός, -ή, -ó με τον τεταρταίο πυρετό
cuartanario, ria 1. ε, ιατ, πάσχων, -ουσα, -ον από τεταρταίο πυρετό
2. α θ, άτομο που πάσχει από τεταρταίο πυρετό
recuarta 1. θ, μσκ, η δεύτερη χορδή στη θέση της τέταρτης σε κιθάρα με διπλές χορδές
cuartel πρχ κουαρτ-ετο> κάδρο> τετράγωνο σχήμα και οι ιδιότητες τους
1. α, στρ, στρατόπεδο ή χώρος στρατοπέδευσης σε εκστρατεία,
el cuartel fue destruido por la aviación enemiga,
το στρατόπεδο καταστράφηκε από την εχθρική αεροπορία
2. τετράγωνο παρτέρι
3. ερλ, τετράγωνο, τεταρτημόριο
4. ναυ, σανίδωμα της μπουκάπορτας, της καταπακτής
5. μτφ, κάδρο= δήμος, τετραγωνικό οικόπεδο πόλης
6. οικ, μτφ, οικία, κατοικία
7. μτφ, ανακωχή, σαν καταφύγιο σε κάποιον, No le da cuartel en la controversia,
δεν του δίνει ανακωχή στην αντιλογία
8. σνθ, cuartel de invierno, στρ, χειμερινό στρατόπεδο
cuartel general, ανώτατο στρατηγείο ή κεντρική διοίκηση σε οργάνωση
9. εκφ, sin cuartel, πρχ άνευ ανακωχής= μέχρι θανάτου, ανελέητα,
guerra sin cuartel, πόλεμος άνευ ανακωχής, μέχρι θανάτου
cuartelada 1. θ, στρατιωτική εξέγερση
cuartelazo 1. α, στρατιωτική εξέγερση
acuartelar 1. ρμ, εγκαθιστώ καταυλισμό, στρατοπεδεύω, στρατωνίζω
2. κρατάω τον στρατό σε ετοιμότητα λόγω ταραχών ή απειλή δημόσιας τάξης
3. χωρίζω σε τέταρτα= τεμαχίζω έδαφος
acuartelamiento 1. α, στρ, καταυλισμός
2. στρατωνισμός
3. τεμαχισμός εδάφους
desacuartelar 1. ρμ, στρ, βγάζω τα στρατεύματα από τα στρατόπεδα
cuartelero, ra 1. ε, στρ, του στρατοπέδου, στρατοπεδικός, -ή, -ό, φανταρίστικος, -η, -o
ambiente cuartelero, περιβάλλον στρατοπεδικό,
la vida cuartelera, η ζωή στρατοπέδου
2. μτφ, για γλώσσα χαμηλού επιπέδου, δρόμου, lengua cuartelera, γλώσσα δρόμου
3. α θ, στρ, θαλαμοφύλακας
4. ναυ, φύλακας αποσκευών
cuartelillo 1. α, στρατιωτικό κατάλυμα
2. τμήμα πολιτοφυλακής
3. αστυνομικό τμήμα
cuartelado, da 1. ε, ερλ, τετραγωνισμένος, -η, -o
cuartelar 1. ρμ, ερλ, τετραγωνίζω
acuartelado, da 1. ε, ερλ, τετραγωνισμένος, -η, -o
Cuaresma, cuaresma 1. θ, θρη, σαρακοστή, Μεγάλη Σαρακοστή
cuaresmal 1. ε, θρη, σαρακοστιανός, -ή, -ό
cuarenta 1. ε, για μέτρημα, σειρά, σαράντα, cuarenta millones, σαράντα εκατομμύρια,
tiene cuarenta años, είναι σαράντα χρονών
página cuarenta, σελίδα σαράντα
2. σαν αντωνυμία, σαράντα, vinieron cuarenta, ήρθαν σαράντα
3. α, 40, σαράντα, escribe un cuarenta, γράψε τον αριθμό σαράντα
4. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, σαράντα, viven en el cuarenta de la calle Dalí,
κατοικούν στην οδό Νταλί 40
5. εκφ, hasta el cuarenta de mayo no te quites el sayo,
ως τ’ Απριλιού τις δεκαοκτώ να έχεις το μάτι σου ανοιχτό
cuarenta 1. θ πλ, σαράντα έτη, a los cuarenta empezó a trabajar,
στα σαράντα άρχισε να δουλεύει
2. δεκαετία του σαράντα, la década de los cuarenta, η δεκαετία του σαράντα
3. εκφ, andar por, frisar en los cuarenta, βαδίζει περί, φρεζάρει τα σαράντα έτη,
andará por los cuarenta, θα είναι γύρω στα σαράντα.
4. εκφ, cantarle las cuarenta a alguien, οικ, τα ψέλνω ένα χεράκι σε κάποιον
las cuarenta, σε μερικά παιχνίδια τράπουλας, οι σαράντα πόντοι που κερδίζει ο παίκτης
μαζεύοντας συγκεκριμένα
cuarentañero, ra 1. ε, α θ, σαραντάχρονος, -η, -ο, σαραντάρης, σαραντάρα
cuarentavo, va 1. ε, α θ, 1/40, τεσσαρακοστός, -ή, -ó
cuarentena 1. θ, ιατ, καραντίνα
2. σαράντα μονάδες από κάτι, σαραντάρα
3. θρη, τεσσαρακοστή, Σαρακοστή
4. εκφ, andar por, frisar en la cuarentena, βαδίζω περί, κοντεύω τα σαράντα
poner en cuarentena, βάζω σε καραντίνα άρρωστο
ή μτφ, αμφισβητώ είδηση, creo que debiera ponerse en cuarentena ese rumor,
πιστεύω πως θα έπρεπε να μπει σε καραντίνα> αμφισβητηθεί αυτή η φήμη
cuarentenal 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με τον αριθμό σαράντα
cuarentón, ona 1. ε, α θ, οικ, σαραντάρικος, -η, -ο, σαραντάρης, σαραντάρα,
se casó con un cuarentón, παντρεύτηκε με ένα σαραντάρη
ajedrez πρχ χ>κ> α-χεδρε-θ> κάδρο ή αχ-εδρεθ> οχ(τα)-εδρο= σκάκι
1. α, παιχνίδι σκάκι
2. σκακιέρα με τα πιόνια
3. ναυ, μτφ, ξύλινο κιγκλίδωμα
ajedrecista 1. α θ, σκακιστής, σκακίστρια
ajedrecístico, ca 1. ε, σκακιστικός, -ή, -ό
ajedrezado, da 1. ε, σκακιερωτός, -ή, -ό, που έχει τη μορφή σκακιέρας
desgaire 1. α, αντι-καρο> ξε-κάδρο= χωρίς συμμετρία στην εμφάνιση, ντύσιμο, ατημελησία,
viste con desgaire, ντύνεται με ατημελησία
2. αμέλεια, ανεμελιά τρόπων, έλλειψη προσοχής, τσαπατσουλιά,
El desgaire de Liliana en su casa no parece condecirse con su orden extremo en el trabajo
Η αμέλεια της Λιλιάνα στο σπίτι δεν φαίνεται να συνάδει με την υπερβολική τάξη που επιδεικνύει στη δουλειά
3. χειρονομία εκτός κάδρου> ορίων προς κάποιον ή πράγμα, μορφασμός περιφρόνησης,
ασέβεια, lo despachó con una mueca de desgaire, τον έδιωξε με μια μομφή περιφρόνησης
¿Quién crees que eres para tratarme con semejante desgaire?
Ποιος νομίζεις ότι είσαι που μου φέρεσαι με τέτοια ασέβεια;
4. εκφ, al desgaire, ατημέλητα ή ανέμελα, αμέριμνα,
lo dijo al desgaire como si no tuviera importancia, το είπε ανέμελα σαν να μην είχε σημασία
cairel 1. α, πρχ καιρελ> καρό= φράντζα, φούντα ρούχου
cairelar 1. ρα, στολίζω τα ρούχα με φούντες
carillón 1. α, καριγιόν
cotillón 1. α, καντρίλια, καδρίλια
2. μπιχλιμπίδια