CRÓTALO= ΠΡΧ ΚΡΟΤΑΛΙΑΣ, ΗΧΜ ΚΡΟΤΩ
crótalo 1. α, ζωλ, κροταλίας
crótalos 1. α πλ, μσκ, κρόταλα, καστανιέτες
crotorar 1. ρα, για πελαργό, κροτώ, κράζω, τρίζω με το ράμφος του,
ya se oye crotorar a las cigüeñas en las torres,
πλέον ακούγεται να κροτούν οι πελαργοί στους πύργους